image_pdfimage_print

Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της Ενώσεως Συντακτών ΗΕΑ συνήλθε την Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2003, υπό την προεδρία του προέδρου Μηνά Παπάζογλου και με τη συμμετοχή των τακτικών μελών Ελένης Τράϊου, Μιμής Τουφεξή, Γεωργίου Δόγα και του αναπληρωματικού μέλους Χρήστου Γιαννακόπουλου, ο οποίος αναπληρούσε το τακτικό μέλος Ιωάννη Κουτζουράδη, καθώς και της γραμματέως Μαρίας Χριστοφοράτου, προκειμένου να εκδώσει απόφαση επί των εφέσεων των συν. Ευάγγελου Γκαϊντέ (“Alter”), Παύλου Δημητριάδη (“Espresso”) και Βασιλικής Λιανού (“Espresso”) κατά της υπ’ αριθμ. 8/2003 απόφασης του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, που αφορά έγκληση της κυρίας Μάγδας Καπετανάκου.

Η υπόθεση ξεκίνησε όταν το ΠΠΣ, λαμβάνοντας γνώση την καταγγελία της κυρίας Μάγδας Καπετανάκου από τον Τ/Σ “Mega” (με συνέντευξή της στον συν. Ν. Χατζηνικολάου στις 29.07.02) και των σχετικών δημοσιευμάτων σε εφημερίδες, κάλεσε την κυρία Καπετανάκου για παροχή διευκρινίσεων. Η κυρία Καπετανάκου, προσελθούσα στις 10.09.02 ενώπιον του ΠΠΣ κατέθεσε σειρά δημοσιευμάτων και ανακοίνωσε ότι καταθέτει έγκληση “κατά των δημοσιογράφων που ανέφεραν ή δημοσίευσαν το όνομά μου ως εμπλεκόμενη στην 17Ν. Μεταξύ αυτών είναι οι: Ν. Ευαγγελάτος, ’κης Παυλόπουλος, Ν. Κακαουνάκης, οι υπεύθυνοι των εφημερίδων “Espresso” και “Αυριανή”, καθώς και όποιοι άλλοι προκύψει ότι έχουν ευθύνη”.

Ύστερα από μελέτη των δημοσιευμάτων, καθώς και των βιντεοκασετών με τα επίμαχα δελτία ειδήσεων από τον Τ/Σ “Alter”, το ΠΠΣ άσκησε διώξεις κατά των συναδέλφων Αθανασίας Ανεζάκη, Ευάγγ. Γκαϊντέ, Παύλ. Δημητριάδη, Νικ. Ευαγγελάτου, Νικ. Κακαουνάκη, Ιωάν. Λάβδα, Βασιλικής Λιανού, ’κη Παυλόπουλου, Στ. Πασχάκη και Γεωρ. Τσιρογιάννη.

Εξ αυτών, οι συνάδελφοι Αθανασία Ανεζάκη, Ιωάν. Λάβδας και Στ. Πασχάκης κρίθηκε ότι δεν είναι πειθαρχικά ελεγκτέοι, ενώ οι συν. ’κης Παυλόπουλος και Γ. Τσιρογιάννης κρίθηκαν πειθαρχικά ελεγκτέοι, αλλά δεν τους επιβλήθηκε ποινή διότι, ο μεν πρώτος δεν είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ, ο δε δεύτερος έχει ήδη διαγραφεί οριστικά από τα μητρώα της ΕΣΗΕΑ. Στο συν. Νικ. Κακαουνάκη επιβλήθηκε η ποινή της επίπληξης με ανάρτηση της απόφασης στους χώρους εργασίας. Στο συν. Νικ. Ευαγγελάτο επιβλήθηκε η ποινή της προσωρινής διαγραφής ενός έτους, αλλά δεν υπέβαλε έφεση και έτσι η ποινή του τελεσιδίκησε. Οι συν. Ευάγγ. Γκαϊντές (διαγραφή 3 μηνών), Παύλ. Δημητριάδης (διαγραφή 1 έτους) και Βασιλική Λιανού (διαγραφή 3 μηνών), άσκησαν εμπρόθεσμα εφέσεις κατά της αποφάσεως και με αυτές ασχολήθηκε το ΔΠΣ.

Τα επίμαχα δημοσιεύματα στην “Espresso” και ο διάλογος στο “Alter”, όπως καταχωρίστηκαν στην απόφαση του ΠΠΣ έχουν ως εξής:
· Εφημερίδα “Espresso”, φύλλο της 21.07.02
Κεντρικός πρωτοσέλιδος τίτλος: “Συγκλονιστική αποκάλυψη – Αυτή είναι η γυναίκα της 17Ν”.
Υπότιτλος: “Πού βρίσκεται, ποιες πληροφορίες έδωσε και ο διπλός ρόλος της”.
Φωτογραφία της κυρίας Μάγδας Καπετανάκου με τα μάτια καλυμμένα.
Στις εσωτερικές σελίδες και υπό τον ίδιο τίτλο δημοσιεύεται άλλη φωτογραφία της κυρίας Μάγδας Καπετανάκου, φωτογραφία του διαμερίσματος στο Κολωνάκι όπου διαμένει, φωτογραφία του κουδουνιού της πολυκατοικίας με το όνομά της μισοσβησμένο (Μ. Καπ) και ρεπορτάζ της συν. Βασιλικής Λιανού που την αναφέρει ως Μάγδα Κ., περιγράφει την εξωτερική εμφάνισή της, αναφέρει ότι κατοικεί στην οδό Αναγνωστοπούλου αλλά φρόντισε να εξαφανισθεί και “πέταξε” για την Αμερική, μιλάει για την αισθηματική σχέση που διατηρούσε με τον Μιχάλη Βρανόπουλο και για τη γνωριμία της με τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο.
· Εφημερίδα “Espresso”, φύλλο της 22.07.02
Κεντρικός πρωτοσέλιδος τίτλος: “Τα ραντεβού Γιωτόπουλου και Μάγδας στην Ύδρα!”. Υπότιτλος: “Την συλλαμβάνουν από μέρα σε μέρα”.
Φωτογραφία της κυρίας Μάγδας Καπετανάκου με τα μάτια καλυμμένα.
Στις εσωτερικές σελίδες και υπό τον ίδιο τίτλο δημοσιεύεται ρεπορτάζ της συν. Βασιλικής Λιανού που αναφέρεται στη σχέση της Μάγδας Κ. με τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο.
· “Alter”, 16 Ιουλίου
Παρουσιαστής ο συν. Νίκος Ευαγγελάτος
(………………………………………………)
Ν. Ευαγγελάτος: Και αργότερα θα μιλήσουμε για αυτούς που θεωρείται ή ερευνάται ότι βρίσκονται στην ηγεσία της 17Ν. Θα μιλήσουμε για ένα πρόσωπο-κλειδί που ερευνά η αστυνομία αλλά και για μια γυναίκα-μυστήριο, την γυναίκα των 47 ετών, τη Μάγδα, όπως έχει γραφτεί και θα σας δώσουμε αρκετά στοιχεία για το ρόλο που φέρεται να έχει παίξει αυτή.
(……………………………………………….)
Ν. Ευαγγελάτος: Υπάρχει ένα ακόμα πρόσωπο για το οποίο θα μιλήσουμε. Είναι η γυναίκα που φέρεται να είναι στον ηγετικό πυρήνα της 17Ν. Η Μάγδα όπως έχει ήδη γραφτεί. Μια γυναίκα περίπου 47-48 χρονών, μια όμορφη γυναίκα, μια γυναίκα που φαίνεται να αλλάζουν πολλά στη στάση της, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του ALTER, μετά τη δολοφονία του Αξαρλιάν… Αυτή η γυναίκα μυστήριο λοιπόν, από τότε φαίνεται ότι αποφασίζει πως κάτι πρέπει να αλλάξει. Από εκεί και πέρα, η ίδια η γυναίκα αλλάζει στάση μέσα στην οργάνωση.
Αστυνομικός ρεπόρτερ Βαγγέλης Γκαϊντές από την αίθουσα σύνταξης:
Οι πληροφορίες λένε ότι πρόκειται για μία ξανθιά γυναίκα ηλικίας περίπου 47 χρονών, το όνομά της είναι Μάγδα και έχει λάβει μέρος σε τουλάχιστον δύο τρομοκρατικές επιθέσεις της οργάνωσης 17Ν.
Ν. Ευαγγελάτος: Η ίδια έχει λάβει μέρος;
Βαγγέλης Γκαϊντές: Ακριβώς, και φαίνεται να αποτελεί και συνδετικό κρίκο με τον ηγετικό πυρήνα της οργάνωσης.
Ν. Ευαγγελάτος: Επίσης λέγεται και κάτι άλλο. Και το λέω με … επιφύλαξη και χωρίς να πρέπει να πούμε περισσότερα. Μοιάζει, λένε κάποιοι, να είχε φιλική σχέση με κάποιο από τα μετέπειτα θύματα της 17Ν.
Βαγγέλης Γκαϊντές: Ακριβώς. Είναι μια γυναίκα μυστήριο, μια γυναίκα η οποία… δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία που να έχουν, αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, οι διωκτικές αρχές.
(Ακολουθεί συζήτηση και ρεπορτάζ περί Κουφοντίνα).
· 20 Ιουλίου
Παρουσιαστής ο Ακης Παυλόπουλος.
(…………………………………………………………….)
Ο Βαγγέλης Γκαϊντές από την αίθουσα σύνταξης αναφέρεται σε προσαγωγή μιας γυναίκας από την Κρήτη.
Ακης Παυλόπουλος: Ε, δεν αποκλείεται λοιπόν να πρόκειται για μία από τις δύο βασικές, σημαντικές γυναίκες της 17Ν. Για μία από τις δύο γυναίκες που αναφέρονται όλες οι πληροφορίες ότι πρόκειται να σφίξει γύρω τους ο κλοιός της Αντιτρομοκρατικής. Είχαμε την πληροφορία ότι μέσα στο Σαββατοκύριακο θα είχαμε έξι συλλήψεις, δύο από τις οποίες θα αφορούσαν σε αυτές τις δύο σημαντικές γυναίκες της τρομοκρατικής οργάνωσης.
(……………………………………………………..)
Ακης Παυλόπουλος: Θα επιστρέψουμε στο ρόλο των γυναικών. Και σε αυτή που προσήχθη και στην άλλη, τη λεγόμενη κοσμική γυναίκα της 17Ν.
· 21 Ιουλίου
Παρουσιαστής Ακης Παυλόπουλος – Παύλος Δημητριάδης και Νίκος Κακαουνάκης σε παράθυρα.
(………………………………………)
Π. Δημητριάδης: Δεν θα αμφισβητήσω τις συλλήψεις αλλά δεν είναι δυνατόν να είναι μόνο αυτοί. Πού έβρισκαν τις πληροφορίες; Σε κάθε χτύπημα υπήρχε σωρεία πληροφοριών.
Ακης Παυλόπουλος: Μήπως τα μεγάλα πρόσωπα δεν θα τα μάθουμε ποτέ;
Νίκος Κακαουνάκης: Ποια είναι η γυναίκα με τον Κουφοντίνα με τα τριαντάφυλλα; Γιατί δεν μας δίνει η αστυνομία τη φωτογραφία ολόκληρη; Μπορεί να μην είναι η Λίζα Λασσιθιωτάκη αλλά να μάθουμε ποια είναι.
Ακης Παυλόπουλος: Υπάρχει και μία γυναίκα που… η λεγόμενη Μάγδα. Έτσι δεν είναι, Παύλο Δημητριάδη; Πρωτοσέλιδο…
Π. Δημητριάδης: Θα πρέπει να πούμε πολλά πράγματα.
Ακης Παυλόπουλος: Πρωτοσέλιδο σήμερα στην “Espresso”, έτσι;
(…………………………………………………………………)
Ακης Παυλόπουλος: Θέλω να ρωτήσω τον Παύλο Δημητριάδη γιατί αφήσαμε έξω τον ρόλο της γυναίκας, της λεγόμενης κοσμικής εντός εισαγωγικών.
Π. Δημητριάδης: Πρέπει να περιμένουμε ακόμη λίγο για να βγάλουμε συμπεράσματα.
Ακης Παυλόπουλος: Επιμένω στον ρόλο της γυναίκας γιατί τουλάχιστον μία, αν όχι δύο ή περισσότερες φαίνεται ότι έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την οργάνωση.
Π. Δημητριάδης: Εγώ πιστεύω ότι οι γυναίκες είναι τέσσερις.
Ακης Παυλόπουλος: Είναι τέσσερις οι γυναίκες λοιπόν…
Π. Δημητριάδης: Υπάρχουν γυναίκες σε χτυπήματα. Γιατί μέχρι τώρα δεν έχει συλληφθεί καμία γυναίκα;
Ακης Παυλόπουλος: Οι οποίες γυναίκες χάθηκαν ή βρίσκονται σε κλοιό και περιμένουν να δουν για να σφίξουν τον κλοιό.
Π. Δημητριάδης: Εγώ πιστεύω ότι υπάρχουν δύο γυναίκες, δηλαδή οι πληροφορίες αυτό λένε, που στην τρίτη γενιά των εκτελεστών έχουν κάποιο επικουρικό ρόλο. Να ξεχωρίσουμε το ρόλο της γυναίκας αυτής που λέμε “η γυναίκα της 17Ν”. Υπάρχουν πάρα πολλές πληροφορίες, έχουν μεταδοθεί και από τον σταθμό σας και από παντού κι εμείς έχουμε ξεκινήσει αυτά τα δημοσιεύματα γι’ αυτή τη γυναίκα που τη φωτογραφίζουν ως μια γυναίκα μυστήριο, μια γυναίκα κλειδί, μια γυναίκα που συνδεόταν με ένα υψηλά ιστάμενο πρόσωπο εδώ στην Ελλάδα, το οποίο μάλιστα έπεσε και θύμα της 17Ν.
Ακης Παυλόπουλος: Και λέγεται ότι ήταν αυτή η γυναίκα που άνοιξε την κερκόπορτα στην τρομοκρατική οργάνωση για να φθάσει το πιστόλι της σ’ αυτό το πρόσωπο… Στον Βρανόπουλο.
Π. Δημητριάδης: Αμέσως μετά από αυτή τη δολοφονία οι πληροφορίες λένε ότι αυτή η γυναίκα συνεργάσθηκε… Με την αστυνομία; Με κάποια υπηρεσία; Με τους Αμερικανούς; Με τους Βρετανούς; Εδώ είμαστε όλοι μπερδεμένοι… Και έδωσε σημαντικές πληροφορίες για να φθάσουμε στον οργανωτικό νου της οργάνωσης”.

Στη συνέχεια το ΔΠΣ κάλεσε τους εφεσιβάλλοντες να υποστηρίξουν τα επιχειρήματά τους.

Στις 05.06.03 ο συν. Ευάγγ. Γκαϊντές είπε μεταξύ των άλλων:
“Θεωρώ ότι δεν φωτογράφισα την κυρία Καπετανάκου γιατί δεν αναφέρθηκα σε στοιχεία της ταυτότητάς της, όπως πού μένει, πού εργάζεται, ποια είναι η οικογενειακή της κατάσταση, κάποιο στοιχείο από το επίθετό της…
Ερ.: Είπατε ότι δεν “φωτογραφίσατε” την κυρία Καπετανάκου. Είπατε ότι με το όνομα “Μάγδα” αναφερόσαστε σε άλλη γυναίκα, η οποία προκύπτει ότι δεν έχει συλληφθεί. Οι πληροφορίες στις οποίες βασιστήκατε, από πού προέρχονταν και πώς τις διασταυρώσετε πριν τις δημοσιοποιήσετε;
Απ.: Οι πληροφορίες προέρχονταν από αστυνομικούς, οι οποίοι υπηρετούν στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία αλλά και στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης και τις διασταύρωσα, κρατώντας πάντα επιφύλαξη γιατί ήταν από τρία διαφορετικά πρόσωπα”.

Ο συν. Παύλ. Δημητριάδης υποστήριξε την έφεσή του εγγράφως. Γράφει:
“… Έγραψα στην απολογία μου (στο ΠΠΣ):
Η εφημερίδα “Espresso” στην οποία έχω την ευθύνη της διεύθυνσης σύνταξης και όχι της γενικής δημοσιογραφικής διεύθυνσης, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία, πιστεύω ότι τήρησε τους κανόνες δεοντολογίας και του εμπεριστατωμένου ρεπορτάζ για την υπόθεση, στην οποία εγκαλούμαι. Γενικά η στάση που κράτησε η εφημερίδα, στο θέμα της τρομοκρατίας, ήταν ιδιαίτερα υπεύθυνη. Στη μάχη για τη σωστή και αντικειμενική πληροφόρηση σταθήκαμε στο ύψος των περιστάσεων, φέρνοντας στη δημοσιότητα αποκλειστικά θέματα, στηλιτεύοντας τα κακώς κείμενα, τις υπόγειες διαρροές και τη μη σωστή ενημέρωση από την πλευρά των αρχών.
Ενδεικτικά αναφέρω ότι σε άρθρο μας το Σάββατο 31 Αυγούστου 2002, απαιτήσαμε ισότιμη, άμεση αλλά και τίμια ενημέρωση και ταχθήκαμε κατά της “κωμωδίας της παραπληροφόρησης” και των υπόπτων παιχνιδιών (…)
(…) Για το θέμα το οποίο εγκαλούμαι έχω να αναφέρω τα παρακάτω:
Οι όποιες πληροφορίες δημοσιεύτηκαν, προήρχοντο από αξιόπιστες πηγές μέσα από την Ασφάλεια. Οι πηγές αυτές ήταν ελεγμένες, αφού η αξιοπιστία τους είχε κριθεί σε πολλές άλλες αποκλειστικές πληροφορίες που μας είχαν δώσει -όχι απαραίτητα μόνο στο θέμα της τρομοκρατίας.
Πριν προχωρήσουμε στο συγκεκριμένο ρεπορτάζ, γίναμε γνώστες από την ίδια πηγή διαφόρων στοιχείων που μας διαβεβαίωναν ότι τεκμηρίωναν τις συγκεκριμένες πληροφορίες. Παρόλα αυτά δεν σπεύσαμε να φέρουμε άμεσα στο φως μια δημοσιογραφική επιτυχία, αλλά προτιμήσαμε να ψάξουμε ακόμα περισσότερο το θέμα. Εκείνη την περίοδο το θέμα αυτό αποτελούσε κοινό μυστικό στα δημοσιογραφικά γραφεία, καθώς οι πληροφορίες είχαν διαρρεύσει από την ίδια πηγή, την Αντιτρομοκρατική υπηρεσία. ’λλες εφημερίδες μάλιστα πριν τη δημοσίευση του δικού μας ρεπορτάζ είχαν δημοσιεύσει σχεδόν ολόκληρο το όνομα της κυρίας Καπετανάκου.
Η υπόθεση της κυρίας Καπετανάκου δεν πρωτοβγήκε στη δημοσιότητα από την “Espresso”. Στο δικό μας δημοσίευμα δεν αναφερόταν το όνομα και το επίθετο της κυρίας. Η φωτογραφία της, η οποία και μας εδόθη, αλλοιώθηκε ώστε να εμφανίζεται θολά ενώ τοποθετήθηκε και στα μάτια μαύρη ταινία.
Η ρεπόρτερ της εφημερίδας μας επανειλημμένα συνάντησε την κυρία Καπετανάκου ζητώντας να καταχωρήσει μέσα από μια συνέντευξη-ρεπορτάζ τις θέσεις και τις απόψεις της, γεγονός που αποδεικνύει ότι σεβαστήκαμε στο ακέραιο τη δημοσιογραφική δεοντολογία.
Αν και η κυρία αρνήθηκε κατηγορηματικά, μετά την πάροδο κάποιων ημερών εμφανίστηκε στον τηλεοπτικό σταθμό Μega παραχωρώντας συνέντευξη. (Η εικόνα της δεν έμοιαζε σχεδόν καθόλου μ’ αυτή της φωτογραφίας που δημοσιεύσαμε επειδή προφανώς ήταν παλιά). Όλα όσα ισχυρίστηκε η κυρία Καπετανάκου στον τηλεοπτικό σταθμό, καθώς επίσης και το περιεχόμενο της διάψευσης που εξέδωσε με αρκετές μέρες καθυστέρηση, δημοσιεύτηκαν εκτενώς από την εφημερίδα μας, η οποία και τότε την αναζήτησε εκ νέου, για να φιλοξενήσει μια συνέντευξή της.
Πιστεύω ότι ακόμα και τώρα στο θέμα της τρομοκρατίας υπάρχουν πάρα πολλά σκοτεινά σημεία, τα οποία δεν έχουν διαλευκανθεί και δεν έχει απαντηθεί το καίριο ερώτημα, εάν υπάρχουν άτομα που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Τέλος, εκφράζω την πεποίθηση, που αποτελεί και καθολικό πιστεύω όλων των επιτελικών αλλά και του συνόλου του συντακτικού προσωπικού της εφημερίδας, ότι τηρήσαμε στο ακέραιο τη δημοσιογραφική δεοντολογία μέσα σ’ ένα αντίξοο κλίμα και ότι στο συγκεκριμένο ρεπορτάζ εκτελέσαμε σωστά το δημοσιογραφικό μας καθήκον…
(…) Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτή τη θέση προσωπικά έχω να θέσω μια σειρά από ερωτήματα:
Ήταν προϊόν φαντασίας το “θέμα Καπετανάκου” ή προερχόταν όπως προέκυψε και από την διαδικασία που ακολουθήθηκε στο ΠΠΣ από πληροφόρηση των επίσημων αρχών;
Προχωρήσαμε εμείς στην δημοσιοποίηση του ονόματός της ή παρά το γεγονός ότι είχε ήδη δημοσιευτεί γράψαμε μόνο τα αρχικά της;
Έχει διαλευκανθεί πλήρως ο ρόλος της και η όποια σχέση της με την υπόθεση;
Πέρα απ’ αυτό εμείς σε καμιά περίπτωση δεν είπαμε σ’ εκείνα τα δημοσιεύματα ότι η συγκεκριμένη κυρία ήταν τρομοκράτης.
Είχε δόλο η “Espresso” να την θίξει ή φιλοξένησε τις απόψεις της όπως αυτές εκφράστηκαν στην τηλεοπτική της συνέντευξη και στη γραπτή δήλωση-διάψευση που ακολούθησε, ενώ παράλληλα ζητήσαμε επανειλημμένα συνέντευξή της;
Τηρήσαμε τους κανόνες της δεοντολογίας δημοσιεύοντας τις δηλώσεις της στο Mega και την διάψευσή της;
Ένας επιτελικός πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στους συντάκτες του και να μάχεται -μαζί μ’ αυτούς- για την αποκάλυψη της αλήθειας; Πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στους επιτελικούς- αρχισυντάκτες κλπ- που χειρίζονται το θέμα;
Είναι ο διευθυντής σύνταξης ο αποκλειστικός υπεύθυνος ή μήπως την τελική απόφαση την έχει ο διευθυντής και ο εκδότης;
Ποιοι είναι οι κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας που παραβήκαμε και κατά πόσο πρέπει να αισθανόμαστε κι εμείς θύματα του “παιχνιδιού” που παίχθηκε γύρω από την τρομοκρατία.
Όλοι αναγνωρίζουν το ρόλο που έπαιξε η δημοσιογραφία με τα όποια λάθη της στην υπόθεση της αποκάλυψης της αλήθειας για τη 17Ν και της ενημέρωσης της κοινής γνώμης (…)”.

Στην αυτοπρόσωπη εξέτασή του, στις 05.06.03 ο συν. Π. Δημητριάδης είπε μεταξύ άλλων:
“(…) Ερ.: Τα κείμενα τα είχατε διαβάσει πριν δημοσιευθούν;
Απ.: Οι πληροφορίες κατ’ αρχήν προήρχοντο από συγκεκριμένες πηγές μέσα από την Ασφάλεια και τις έφερε στην εφημερίδα ο αστυνομικός συντάκτης κ. Μαν. Τσαλδάρης. Έγινε μια εκτεταμένη έρευνα επ’ αυτού με μια διασταύρωση πληροφοριών. Τα κείμενα ασφαλώς τα είχα διαβάσει, αλλά δεν ήταν στην δική μου δικαιοδοσία να δημοσιευθούν. Ήταν απόφαση του έχοντος τη διεύθυνση της εφημερίδας. Ο διευθυντής της εφημερίδας τυγχάνει και δημοσιογράφος.
Ερ.: Ποιος τιτλοφόρησε τα ρεπορτάζ;
Απ.: Όσον αφορά τις εσωτερικές σελίδες τιτλοφόρησε ο τότε αρχισυντάκτης-υπεύθυνος ύλης Βαγγ. Ιωάννου και το πρωτοσέλιδο τιτλοφόρησε ο διευθυντής της εφημερίδας κ. Ιωάν. Λάβδας (…)”.

Η συν. Βασιλική Λιανού στο έγγραφο υπόμνημά της υποστηρίζει μεταξύ άλλων τα εξής:
“…Εγώ, ως ήδη έχω πει, ήμουν συντάκτρια του ελεύθερου ρεπορτάζ. Μου δόθηκε εντολή από την διεύθυνση της εφημερίδας, σε χρόνο σαφώς μεταγενέστερο της ημερομηνίας 17.07.02, όταν πρώτη η “Αυριανή”, δημοσίευσε την είδηση, να διασταυρώσω ορισμένες από τις πληροφορίες που ήδη είχαν φτάσει στην εφημερίδα από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία και σχετίζονταν με το επιτόπιο ρεπορτάζ (βλ. καταθέσεις των μαρτύρων Αθ. Γουμενίδη, Μαν. Τσαλδάρη, Αντ. Σρόιτερ και Ιωάν. Μηνδρινού). Δηλαδή, έλαβα εντολή από τον προϊστάμενο του ελεύθερου ρεπορτάζ κ. Γουμενίδη να πάω έξω από την οικία της κυρίας Καπετανάκου και να πραγματοποιήσω το επιτόπιο ρεπορτάζ για ένα θέμα που ήδη είχε ανακύψει από πριν και ήδη είχε δημοσιευθεί.
Έκανα με πλήρη συναίσθηση της ευθύνης, τις απαραίτητες έρευνες, διασταυρώνοντας κατά το δυνατόν, όλα τα στοιχεία που είχαν δοθεί στην εφημερίδα ως πληροφορίες, είτε άμεσα είτε έμμεσα, περιοριζόμενη σε ό,τι αφορούσε το επιτόπιο ρεπορτάζ, από μαρτυρίες τρίτων γειτόνων που δήλωναν με βεβαιότητα ότι γνώριζαν την “κυρία Καπετανάκου”. Ό,τι εγώ διασταύρωσα ήταν εξ ολοκλήρου ακριβές. Ειδικότερα, ακριβές ήταν ότι τον επίδικο χρόνο η κυρία Καπετανάκου ευρίσκετο στις ΗΠΑ. Ακριβές ήταν ότι διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το ζεύγος Βρανόπουλου (βλ. καταθέσεις Γ. Κολιόπουλου και Φωτεινής Μουρκούση, μαρτύρων της εγκαλούσης Μ. Καπετανάκου). Ακριβής επίσης ήταν ο τόπος κατοικίας της και ο χώρος εργασίας (υπάλληλος ΔΕΗ). Από του σημείου αυτού και μετά, ουδεμία σχέση ή ανάμειξη είχα με τους τίτλους της εφημερίδας και του δημοσιεύματος, την επιλογή των φωτογραφιών και κυριότατα με την αναφορά του ονόματος της εγκαλούσας και με τον τρόπο που επιλέχθηκε εν τέλει για να αναφερθεί τούτο. Αυτά ήσαν στην αρμοδιότητα άλλων και όχι στην δική μου. Αυτό άλλωστε το έχει ήδη καταθέσει ο συν. Ιωάν. Μηνδρινός (σελ. 16 απόφ. ΠΠΣ). Επίσης, ο συν. Αντ. Σρόιτερ, σελ. 14 απόφ. ΠΠΣ, ότι “…γι’ αυτό αποφασίσαμε να δημοσιεύσουμε … όνομα… αρχικό επιθέτου…”, όπως και ο ίδιος καταθέτει επίσης ως μάρτυρας του συν. Στ. Πασχάκη ότι “… γι’ αυτά αποφασίζει ο διευθυντής σύνταξης Παύλος Δημητριάδης και ο διευθυντής-εκδότης κ. Ιωάννης Λάβδας”, (σελ. 15 απόφ. ΠΠΣ).
Ως επίσης έχω πει, το δικό μου ρεπορτάζ ήταν επιτόπιο στην οικία της κυρίας Καπετανάκου και συνίστατο σε επαφή με τους γείτονες κ.λπ. Όσες πληροφορίες συνέλεξα ή διασταύρωσα, τις περιέλαβα στο κείμενο που έγραψα. Όμως, οι πληροφορίες αυτές δεν ήσαν οι μόνες που περιελήφθησαν στο ενυπόγραφο κείμενό μου. Αρκετές προέρχονταν τόσο από το αστυνομικό όσο και από το δικαστικό ρεπορτάζ (βλ. καταθέσεις μαρτύρων Μαν. Τσαλδάρη, Αντ. Σρόιτερ και Ι. Μηνδρινού). Είναι εν προκειμένω χαρακτηριστικά τα όσα περιέχει στην κατάθεσή του ο αστυνομικός συντάκτης της εφημερίδας Μ. Τσαλδάρης, αναφορικά με το από πού έλαβε τις πληροφορίες, με το πώς τις διασταύρωσε (δηλ. ότι η Καπετανάκου υπέδειξε στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία την γιάφκα της οδού Πάτμου κ.λπ.) και γιατί πείσθηκε και ο ίδιος πως ήσαν ακριβείς. Ακόμη, ο κ. Δημητριάδης (σελ. 19 απόφ. ΠΠΣ) αναφέρει ότι “…προήρχοντο από αξιόπιστες μέσα στην ασφάλεια … οι πηγές ήταν ηλεγμένες… η αξιοπιστία τους είχε κριθεί σε άλλες αποκλειστικές πληροφορίες…”. Είναι προφανές ότι οι πληροφορίες που περιελήφθησαν και δεν ανήκουν στο επιτόπιο ρεπορτάζ δεν ήταν της δικής μου αρμοδιότητας και ευθύνης (…)
(…) Μου προκαλεί πραγματικά κατάπληξη και απορία, το ότι καταδικάζομαι βάσει αποσπασματικών αναφορών της απολογίας μου, αναφορές που γίνονται επιλεκτικά ούτως ώστε η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται της από τον νόμο προβλεπόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που στην ουσία πρέπει να περιέχουν και οι αποφάσεις των πειθαρχικών οργάνων. Και ειδικότερα την στιγμή που υπάρχει δικαστική εκκρεμότητα εις βάρος μου αλλά και άλλων συναδέλφων δίνοντας ερείσματα στους αντιδίκους.
Σε κανένα σημείο της απολογίας μου δεν δέχομαι ότι τα όσα έγραψα “φωτογραφίζουν” την εγκαλούσα. Το γεγονός ότι ανέλαβα ένα δύσκολο ρεπορτάζ από την άποψη της διασταύρωσης των στοιχείων δεν σημαίνει ότι δέχθηκα τα παραπάνω, ως αναληθώς και αυθαιρέτως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Δεν είπα απολογούμενη ότι, κατόπιν ωριμότερης σκέψης πιστεύω ότι δεν θα έπρεπε να υπογράψω το συγκεκριμένο ρεπορτάζ ως επιλεκτικά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη. Εκείνο που είναι και αποτυπώνει την αληθή μου βούληση είναι ότι “κατόπιν ωριμότερης σκέψης πιστεύω ότι δεν θα έπρεπε να υπογράψω το συγκεκριμένο ρεπορτάζ μόνη μου”.
Είναι προφανές ότι η υπογραφή μου θα έπρεπε να αφορά μόνο το επιτόπιο ρεπορτάζ (…)”.

Εξεταζόμενη, στις 26.06.03, η εγκαλούσα Μάγδα Καπετανάκου, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής:
“Πέραν της πρωτόδικης κατάθεσής μου, επιπροσθέτως σημειώστε τα κάτωθι:
Πιθανώς δημοσιογράφοι ή άνθρωποι των καναλιών που δημοσίευσαν τις φωτογραφίες μου, μπήκαν παρανόμως στο σπίτι μου και φωτογράφισαν φωτογραφίες μου που υπήρχαν σε ένα ταμπλό, χρησιμοποιώντας ως μέσον κάποιους γείτονες που είχαν τα κλειδιά, δεδομένου ότι απουσίαζα εκτός Ελλάδος (…)
(…) Ερ.: Μετά τα περιστατικά αυτά έχετε συνολική άποψη για τη δημοσιογραφία;
Απ.: Συνολικά, όχι. Αισθάνομαι ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι απερίγραπτοι. Τους θεωρώ αισχρούς συκοφάντες και προσβάλλουν και τον κλάδο σας.
Σημειώστε ότι στις 11.02.03 ο Νικ. Ευαγγελάτος είπε ότι (για το θέμα Βρανόπουλου), τη μία από τις δύο γυναίκες, τη γνωρίσαμε πέρυσι το καλοκαίρι.
Επί ένα χρόνο ασχολούμαι μ’ αυτά. Έπαθαν τα νεύρα μου. Με τη ΔΕΗ έχω προβλήματα. Και πιστεύω ότι θα επηρεάσουν την προαγωγή μου. Τώρα θέλω να πάω διακοπές στην Νέα Υόρκη. Και φοβάμαι τι μπορεί να συναντήσω στις ΗΠΑ, τί να τους πω; Ότι έχει γίνει λάθος;
Ερ.: Γιατί αποτελέσατε στόχο;
Απ.: Βρήκαν τη γνωριμία μου και την αξιοποίησαν για να πουλήσουν. ’λλωστε, γιατί καμιά σοβαρή εφημερίδα δεν έγραψε κάτι; Δεν εμπλέκομαι σ’ αυτά. Έβγαλαν το τερατώδες στις 22.07.02 επειδή πούλησε το προηγούμενο.
Ερ.: Βρεθήκατε ποτέ ως στόχος της προσοχής υπηρεσιών;
Απ.: Όχι, γιατί να γίνω. Δεν ασχολούμαι ενεργά με την πολιτική.
Ερ.: Μέχρι τη στιγμή που άρχισαν τα δημοσιεύματα, δεν έπεσε στην αντίληψή σας κάτι;
Απ.: Όχι. ’λλωστε και από το γραφείο του κ. Διώτη, του Νασιάκου και του υπουργού κ. Χρυσοχοϊδη, είπανε ότι φταίνε οι φυλλάδες. Έστω κι αν ένας τρελός είχε καταθέσει κάτι, θα με είχανε πάρει από το αεροδρόμιο (…)”.

Στη συνέχεια, στις 26.06.03 εξετάστηκαν οι μάρτυρες της κυρίας Καπετανάκου:

Θεόδ. Δέδες:
“(…) Ερ.: Πιστεύετε ότι η αναφορά του ονόματος “Μάγδα Κ.” ή “Μάγδα Καπετ.” και τα συγκεκριμένα στοιχεία γύρω από το πρόσωπο αυτό, “φωτογράφιζαν” ευθέως το πρόσωπο της κυρίας Καπετανάκου;
Απ.: Για μένα, ναι.
Ερ.: Είχε επίπτωση πέραν του τμήματος και στη συγκεκριμένη υπηρεσία που δούλευε;
Απ.: Όχι ακριβώς. Εμμέσως, λόγω ψυχολογικής αναταραχής και κλίματος (…)”.

Γιώρ. Κολιόπουλος:
“(…) Ερ.: Η δημοσίευση ή η αναφορά σε “Μάγδα Κ.” ή “Μάγδα Καπετ.” και σε συγκεκριμένα στοιχεία του εν λόγω προσώπου (τόπος εργασίας, κατοικίας, φιλικά ή συγγενικά πρόσωπα, χαρακτηριστικά μορφής-ξανθιά, ψηλή κ.λπ.), συνιστούν απευθείας “φωτογράφιση” του συγκεκριμένου προσώπου;
Απ.: Δεν γνωρίζω αν τα ανωτέρω στοιχεία είναι αρκετά ή όχι για να αναγνωριστεί στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Γνωρίζω, όμως, ότι στο φιλικό, εργασιακό, συγγενικό και γενικά σε επίπεδο έστω και απλής γνωριμίας, τα παραπάνω ήταν αρκετά για να μην αφήσουν καμία αμφιβολία ότι επρόκειτο για την κυρία Καπετανάκου. Τα παραπάνω αποδεικνύονται και από το γεγονός ότι διαρκούσης της απουσίας της στις ΗΠΑ, όλοι οι ανωτέρω γνώριζαν την υπόθεση (…)”.

Η Φωτεινή Μουρκούση (σε έγγραφη μαρτυρική της κατάθεση):
“(…) Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι εμμένω στην προηγούμενη κατάθεσή μου ενώπιον του ΠΠΣ και να προσθέσω πως θεωρώ ότι αυτό το θέμα είχε -και έχει ακόμη και σήμερα- σοβαρές συνέπειες για την κυρία Καπετανάκου, τόσο σε προσωπικό όσο και σε εργασιακό επίπεδο”.

Στη συνέχεια, εκλήθησαν να καταθέσουν οι μάρτυρες που πρότειναν οι εφεσιβάλλοντες.

Μαρτυρικές καταθέσεις για τον συν. Ευάγγ. Γκαϊντέ:

Προσήλθε στις 03.07.03 ο συν. Παν. Σταματόπουλος:
Ερ.: Πιστεύετε ότι, αν δεν είχε αναφέρει το όνομα “Μάγδα”, που δεν είναι κοινό, δεν θα προστάτευε καλύτερα και τον εαυτό του ως δημοσιογράφο και τον τηλεοπτικό σταθμό;
Απ.: Πιστεύω ότι ίσως ναι, αλλά συνήθως αναφέρουν ένα μικρό όνομα χωρίς να αποκαλύπτουν το επίθετο.
Ερ.: Από πού συνάγει την βεβαιότητα ο συνάδελφος ότι η αναφερόμενη ως “Μάγδα” έχει λάβει μέρος σε τουλάχιστον δύο τρομοκρατικές επιθέσεις, όπως ανέφερε στο δελτίο του “Alter” στις 16.07.02; Τη στιγμή που στην επόμενη ατάκα λέει ότι είναι μια γυναίκα μυστήριο για την οποία “δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία που να έχουν αυτή την στιγμή, τουλάχιστον, οι διωκτικές αρχές”;
Απ.: Ο συγκεκριμένος συνάδελφος είναι προϊστάμενος του αστυνομικού ρεπορτάζ στο “Alter”, αλλά για το είδος των πηγών του, που μπορεί να έχει αυτή την πληροφορία, δεν μπορώ να γνωρίζω.
Θεωρώ ότι ο συν. Γκαϊντές είναι χαμηλών τόνων άνθρωπος και σοβαρός στη δουλειά του. Δεν έχει τριβές με τους συναδέλφους και είναι άτομο αποδεκτό από όλους (…)”.

Ο συν. Παν. Σόμπολος (εγγράφως):
“(…) Είναι συνάδελφος με ήθος και υπευθυνότητα και πάντα μετράει τα λόγια που καλείται να πει στο ρεπορτάζ, ή στις ζωντανές συνδέσεις ή σε αίθουσα σύνταξης.
Για τη συγκεκριμένη περίπτωση της κυρίας Καπετανάκου, απ’ όσα γνωρίζω, ποτέ δεν ανέφερε όνομα ή επώνυμο ή υπαινίχθηκε κάτι γι’ αυτήν.
Νομίζω ότι δεν παρέβη τους κανόνες δεοντολογίας και χειρίστηκε το θέμα της τρομοκρατίας καλά και ειδικότερα το θέμα της κυρίας Καπετανάκου με προσοχή και υπευθυνότητα (…)”.

Προσήλθε στις 10.09.03 ο συν. Γιώρ. Φιλιππάκης:
“Ερ.: Θεωρείτε ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ο συν. Γκαϊντές, “φωτογραφίζουν” την κυρία Καπετανάκου;
Απ.: Πιθανόν να “φωτογραφίζουν” την κυρία Καπετανάκου, αλλά εγώ προσωπικά δεν γνωρίζω την κυρία. Ενώ είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι ο συν. Β. Γκαϊντές μπορεί μεν να αναφέρθηκε στην εγκαλούσα, οι πληροφορίες όμως που είχε θεωρώ ότι προέρχονταν από πηγές της αστυνομίας που επεδίωκαν με κάθε τρόπο τα στοιχεία αυτά να διοχετεύονται μέσω των δημοσιογράφων στην κοινή γνώμη. Επίσης, σας ενημερώνω ότι οι πληροφορίες αυτές πολύ πιθανόν να προέρχονταν και από άλλους συναδέλφους, όπως ο κ. Κακαουνάκης, ο οποίος την εποχή εκείνη καθημερινά εμφανιζόταν στο κεντρικό δελτίο του “Alter”, παρέχοντας για την τρομοκρατία δικές του πληροφορίες.
Ερ.: Αφού ήταν γνωστό ότι οι υπηρεσίες της αστυνομίας έκαναν την δική τους δουλειά, χρησιμοποιώντας δημοσιογράφους, δεν όφειλαν οι συνάδελφοι να είναι πιο προσεκτικοί και να διασταυρώνουν τις πληροφορίες;
Απ.: Βεβαίως και όφειλαν να διασταυρώνουν τις πληροφορίες τους, αλλά δεν γνωρίζω -γιατί την εποχή εκείνη δεν εργαζόμουν στο “Alter”- με ποιο τρόπο είχαν μεταφερθεί οι πληροφορίες για την κυρία Καπετανάκου στον συγκεκριμένο Τ/Σ (…)”.

Μαρτυρικές καταθέσεις για τον συν. Παύλο Δημητριάδη:
Προσήλθε στις 03.07.03 ο συν. Μαν.Τσαλδάρης:
“Ερ.: Πόσο είναι υπεύθυνος για τα ρεπορτάζ που δημοσιεύονται, ο διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας και φυσικά ο ρεπόρτερ, ο οποίος υπογράφει; Και γνωρίζετε αν ο κ. Δημητριάδης είναι εκείνος με τον οποίο έγινε η συνεννόηση για τα συγκεκριμένα ρεπορτάζ;
Απ.: Εξ όσων γνωρίζω, ο διευθυντής σύνταξης είναι ενήμερος για την ουσία του ρεπορτάζ. Κατά πόσο είναι γνώστης όλων των λεπτομερειών που εμπεριέχονται σε ένα ρεπορτάζ, δεν το γνωρίζω.
Όσο αφορά το δικό μου ρεπορτάζ, ήταν ενήμερος στον ίδιο βαθμό με όλα τα υπόλοιπα. Το κείμενο, όμως, το παρέδωσα σε αρχισυντάκτη και αγνοώ αν ήξερε όλη την έκτασή του (…)”.

Προσήλθε στις 03.07.03 ο συν. Αναστ. Κοντογιαννίδης:
“Ερ.: Ο συν. Π. Δημητριάδης είναι διευθυντής σύνταξης στην “Espresso”. Έχει γνώση και ευθύνη των όσων δημοσιεύονται στην εφημερίδα;
Απ.: Κατά την άποψή μου, έχει γνώση του τι δημοσιεύεται, όχι όμως και ευθύνη, γιατί την ευθύνη φέρει ο διευθυντής της εφημερίδας. Την τελική ευθύνη την έχει ο γενικός διευθυντής. Κατά την άποψή μου δεν “φωτογραφίζεται” η κυρία Καπετανάκου από τα δημοσιεύματα.
Ερ.: Κατά τη γνώμη σας, δεν υπάρχει επιμερισμός ευθυνών από τον συντάκτη έως και τον γενικό διευθυντή; Δηλαδή και αυτού που παραλαμβάνει το ρεπορτάζ, του αρχισυντάκτη έως τον γενικό διευθυντή;
Απ.: Όλοι έχουν ευθύνη, αλλά την τελική και νομική ευθύνη την φέρνει ο γενικός διευθυντής και αν δεν υπάρχει, ο διευθυντής (…)”.

Ο συν. Παν. Σόμπολος (εγγράφως):
“(…) Στην περίπτωση της “’ννας” για την οποία πολλά εγράφησαν και ειπώθηκαν, θέλω να σας ενημερώσω ότι ο συν. Παύλος Δημητριάδης, ως διευθυντής σύνταξης της “Espresso”, χειρίστηκε λογικά την υπόθεση και δεν παραβίασε τους κανόνες της δεοντολογίας.
Απ’ ό,τι είμαι σε θέση να γνωρίζω, δεν έγραψε ποτέ το ονοματεπώνυμο της κυρίας Μάγδας Καπετανάκου. Δεν ανέφερε το επάγγελμά της ή κάποια στοιχεία που να πρόδιδαν ότι η κυρία Καπετανάκου είναι η “’ννα” της 17Ν. Και φυσικά όπως όλοι γνωρίζουμε, η συγκεκριμένη γυναίκα δεν έχει καμιά σχέση με την άγνωστη μέχρι στιγμής “’ννα”.
Σας αναφέρω επίσης ότι μόλις η κυρία Καπετανάκου έδωσε συνέντευξη στο “Mega” και διέψευσε όλα τα σενάρια που την έφερναν ως “’ννα” της 17Ν, ο κ. Δημητριάδης δημοσίευσε την συνέντευξη-διάψευση και μάλιστα δημοσιογράφος της “Espresso” επιχείρησε επανειλημμένα να πάρει συνέντευξη από την κυρία Καπετανάκου χωρίς αποτέλεσμα (…)”.

Μαρτυρικές καταθέσεις για την συν. Βασιλική Λιανού:

Προσήλθε, στις 03.07.03, ο συν. Μαν.Τσαλδάρης:
Ερ.: Διαβάζονται αποσπάσματα από το άρθρο της κυρίας Λιανού του δημοσιεύματος 21.07.02 (με στοιχεία γύρω από την προσωπικότητά της, την οικογένειά της κ.λπ.). Όλα αυτά τα στοιχεία που δημοσιεύονται για την κυρία αυτή, πρώτον, “φωτογραφίζουν” συγκεκριμένα την κυρία Καπετανάκου και δεύτερον, τί προσφέρουν ρεπορταζιακά στο θέμα της “εμπλοκής” της ή όχι στη 17Ν;
Απ.: Όσο για το δεύτερο ερώτημα, πιστεύω ότι δεν προσθέτουν ή δεν πρόσθεσαν τότε ο,τιδήποτε στα ως τότε γνωστά. Πιστεύω ότι όλα τα άλλα στοιχεία την “φωτογραφίζουν” -κάτι, όμως, το οποίο είχε προηγηθεί τις προηγούμενες ημέρες από άλλα Μέσα.
Ερ.: Από πότε είχατε την πληροφορία ότι βρίσκεται η κυρία Καπετανάκου στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων; Πριν ή μετά το πρώτο σας δημοσίευμα;
Απ.: Πριν από το πρώτο μου δημοσίευμα.
Ερ.: Από ό,τι είπατε, ενημερώσατε σχετικά την διεύθυνση της εφημερίδας. Συνεπώς, τότε η κυρία Καπετανάκου είτε είναι μάρτυρας υπό προστασίαν είτε είναι μια αθώα που έχει εμπλακεί. Αφού όλα αυτά συμβαίνουν πριν από τις 21.07.02, όταν ένα μέρος τουλάχιστον της 17Ν κυκλοφορεί ακόμα στους δρόμους, με βάση ποια λογική, είτε εκτίθεται σε κίνδυνο ένας προστατευόμενος μάρτυρας είτε εκτίθεται στην λοιδωρία ένας αθώος;
Απ.: Πιστεύω ότι τότε από όλες τις εφημερίδες και τα Μέσα ενημέρωσης, κρίθηκε ως πλέον σημαντικό η ενημέρωση του κοινού γύρω από μια “κρυφή” πτυχή της υπόθεσης και γι’ αυτό προέβησαν στη δημοσιοποίηση και στην ενημέρωση. Αναγνωρίζω τους κινδύνους και τα ρίσκα, αλλά πιστεύω ότι όλοι οι συνάδελφοι κινήθηκαν μέσα στα πνεύμα της ενημέρωσης (…)”.

Προσήλθε, στις 10.07.03, ο συν. Αντ. Σρόιτερ:
(…) Ερ.: Ποιος διαχειρίστηκε το θέμα της δημοσιοποίησης των φωτογραφιών;
Απ.: Ο διευθυντής σύνταξης και ο διευθυντής της εφημερίδας.
Ερ.: Η ρεπόρτερ συν. Λιανού, που έκανε το ρεπορτάζ στο σπίτι της κυρίας Καπετανάκου, δεν γνώριζε για την φωτογραφία που απεικονίζει το κουδούνι του διαμερίσματός της με τα αρχικά της στην πρόσοψη της πολυκατοικίας;
Απ.: Όσον αφορά την φωτογραφία με το πρόσωπο της κυρίας Καπετανάκου, αυτή δεν είχε σχέση με το επιτόπιο ρεπορτάζ. Σε ό,τι αφορά το δημοσίευμα και το κουδούνι, προφανώς το γνώριζε και η συν. Λιανού και είχε εντολή να το τραβήξει”.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ο μάρτυρας είπε:
“Τα στοιχεία που αναφέρονται στην προσωπικότητα και στην προσωπική ζωή της κυρίας Καπετανάκου, χρησιμοποιούνται για την “φωτογράφηση” του προσώπου στο οποίο αναφέρεται το ρεπορτάζ.
Ερ.: Έχουν σχέση με την αποδιδόμενη σ’ αυτή σχέση με την 17Ν;
Απ.: Ικανοποιούν το εύλογο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον που προκύπτει γύρω από ένα πρόσωπο, το οποίο φέρεται να εμπλέκεται σε μια τρομοκρατική οργάνωση (…)
Ερ.: Στην υπόθεση που αναφερόμαστε, έγινε παρέμβαση, πρόσθεση ή αφαίρεση λέξεων;
Απ.: Έγινε παρέμβαση όπως αναφέρω και στην πρώτη μου κατάθεση. Η παρέμβαση αυτή αφορούσε στην προσθήκη πληροφοριών, οι οποίες προέρχονταν από άλλα ρεπορτάζ (αστυνομικό και δικαστικό) και αφορούσαν το συγκεκριμένο θέμα (…)”.

Στη συνέχεια, το ΔΠΣ στις 25.09.03 κάλεσε σε απολογία τον εφεσιβάλλοντα συν. Ευάγγ. Γκαϊντέ, ο οποίος ανέφερε:
“Θεωρώ ότι δεν “φωτογράφισα” την κυρία Καπετανάκου γιατί δεν ανέφερα στοιχεία από την επαγγελματική και οικογενειακή της ζωή, όπως πχ πού μένει, πού εργάζεται, για τον άντρα της, για συγγενή της, για το αρχικό του επιθέτου της.
Επίσης, θέλω να προσθέσω ότι η ίδια η κυρία Καπετανάκου, με την οποία δεν έχω έρθει σε τηλεφωνική ή προσωπική επαφή ή με τον δικηγόρο της, δεν έχει κάνει έγκληση προς το πρόσωπό μου ονομαστικά, ενώ δεν έχει προσφύγει στη δικαιοσύνη, να μου κάνει κάποια μήνυση κλπ.
Εάν θεωρούσα ότι το συγκεκριμένο άτομο είχε κάποια εμπλοκή στην υπόθεσή αυτή, θα ζητούσα την άποψή της ή από κάποιο πρόσωπο δικό της να μου πει την άποψή της, όπως ορίζουν οι κανόνες δεοντολογίας. ’λλωστε, παρότι κάνω αστυνομικό ρεπορτάζ, δεν αναφέρθηκα ποτέ είτε πριν είτε μετά στο επίθετο Καπετανάκου και το λέω αυτό αφού έχει περάσει ένας χρόνος από τότε που άρχισε η υπόθεση.
Τέλος, επειδή χειρίστηκα όλη την υπόθεση της 17Ν, κανένα άλλο πρόσωπο δεν μου έχει κάνει έγκληση ή μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση. Εάν, λοιπόν, ήταν ο τρόπος δουλειάς μου να θίγω πρόσωπα στη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά και στα έντεκα χρόνια που κάνω ρεπορτάζ, θα είχα υποστεί μηνύσεις ή κάποια άλλη έγκληση στο ΠΣ της ΕΣΗΕΑ.
Οι άνθρωποι οι οποίοι συνελήφθησαν για την υπόθεση αυτή, θα κρίνουν τα δικαστήρια αν πραγματικά εμπλέκονται, όπως επίσης άτομα τα οποία δεν συνελήφθησαν ακόμη, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν έχουν σχέση με την υπόθεση γιατί μπορεί να μην υπάρχουν ακόμη ενοχοποιητικά στοιχεία.
Ερ.: Αν θεωρούσατε ότι η κυρία αυτή ήταν το συγκεκριμένο άτομο θα επιδιώκατε να τη βρείτε για να έχετε και την άποψή της; Ανεξάρτητα ποιο άτομο ήταν, γιατί δεν επιδιώξατε να το βρείτε και να έχετε έτσι μια δημοσιογραφική επιτυχία;
Απ.: Διότι δεν ήξερα το επίθετό της. Σε μια παρόμοια περίπτωση, του είχα ζητήσει την άποψή του πριν δημοσιοποιηθεί (…)”.

Ακολούθως, εκλήθη σε απολογία η εφεσιβάλλουσα συν. Βασιλική Λιανού, η οποία απέστειλε προς το ΔΠΣ το εξής υπόμνημα:
“Παρά την επιθυμία μου να παραστώ ενώπιον του ΔΠΣ, για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους αδυνατώ να προσέλθω.
Με όλο το σεβασμό αλλά και με πίστη στην κρίση των μελών του ΔΠΣ και έχοντας υπηρετήσει την δημοσιογραφία για περισσότερο από μία δεκαετία με πλήρη συναίσθηση των ευθυνών μου και χωρίς να δεχθώ ποτέ μου ούτε καν απλή διάψευση για τα ρεπορτάζ μου, σας παραπέμπω στα όσα αναφέρω στο κείμενο της εφέσεώς μου,το οποίο αποτελεί χάριν οικονομίας αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος.
Όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τους συναδέλφους που κατέθεσαν σε β’ βαθμό κκ. Μ. Τσαλδάρης (αστυνομικός συντάκτης) και Αντ. Σρόιτερ (προϊστάμενος ρεπορτάζ) ως μάρτυρες, τα δύο ρεπορτάζ της εφημερίδας “Espresso”, περιελάμβαναν ουσιαστικά ρεπορτάζ άλλων τμημάτων με διάφορες προσθήκες και παρεμβάσεις κατά τη κρίση της εφημερίδας καθώς και το δικό μου επιτόπιο ρεπορτάζ. Όπως δε επιβεβαιώνεται πρόσθετα και από τον κ. Π. Δημητριάδη (Διευθυντής Σύνταξης), οι εσωτερικοί και εξωτερικοί τίτλοι, οι φωτογραφίες και οι αναφορές του ονόματος της κυρίας Μ. Καπετανάκου δεν έγιναν από εμένα και ουδεμία σχέση έχουν με τις αρμοδιότητές μου και την εργασία μου.
Έτσι λοιπόν και η υπογραφή μου δεν αφορά (και δεν θα έπρεπε να αφορά) το σύνολο των εν λόγω δημοσιευμάτων όπως έχω ήδη αναπτύξει στο κείμενο της εφέσεώς μου.
Ολοκληρώνοντας θα ήθελα να τονίσω την επιφυλακτικότητα των μαρτύρων της κυρίας Μ. Καπετανάκου απέναντι στους ισχυρισμούς της σχετικά με τα δημοσιεύματα:
· Η κυρία Φ. Μουρκούση, η οποία και επιβεβαιώνει για δεύτερη φορά την κατάθεσή της δηλώνει ότι παρότι είχε ήδη ακούσει πλήρως το όνομα της εγκαλούσης, επείσθη δύο ημέρες μετά, από την φωτογραφία που δημοσίευσε η “Espresso” (αυτό ήταν το στοιχείο που την έπεισε και όχι το κείμενο που εγώ υπέγραψα στο οποίο μάλιστα δεν υπήρχε και πλήρης αναφορά του ονόματος της κυρίας Μ. Καπετανάκου).
· Ο κ. Γ. Κολιόπουλος στενός οικογενειακός της φίλος αναφέρει ότι “δεν είναι σίγουρος ότι τα δημοσιευμένα στοιχεία είναι αρκετά για να αναγνωριστεί ευρύτερα…”, ενώ ο κ. Θ. Δέδες συνάδελφος της κυρίας Καπετανάκου στην ερώτηση “είχε επιπτώσεις πέραν του τμήματός του και στη συγκεκριμένη υπηρεσία που δούλευε;” απαντά “όχι ακριβώς … εμμέσως ναι, λόγω ψυχολογικής αναταραχής και κλίματος”.
· Όλοι μαζί δε απαντούν εντελώς υποθετικά, σε μη πραγματικό σενάριο, για πιθανά προβλήματα κατά την έξοδο της κυρίας Μ. Καπετανάκου από την χώρα μας προς τις ΗΠΑ λόγω της αυστηρότητας των τελευταίων.
Κατόπιν όλων αυτών ζητώ την αποδοχή της εφέσεώς μου και της απολογίας μου καθώς και την απαλλαγή μου από κάθε κατηγορία”.

Στη συνέχεια, το ΔΠΣ στις 02.10.03 κάλεσε σε απολογία τον εφεσιβάλλοντα συν. Παύλο Δημητριάδη, ο οποίος είπε:
Ερ.: Είπατε ότι το ΠΠΣ, κατά τη γνώμη σας, δεν έλαβε υπόψη του ή και ότι δεν διάβασε καθόλου το υπόμνημά σας και δεν έλαβε υπόψη του τις πραγματικές διαστάσεις της υποθέσεως.
Απ.: Η προσφυγή της κυρίας Καπετανάκου αναφερόταν κατά συγκεκριμένων υπευθύνων -ανέφερε όνοματα- και γενικά κατά των υπευθύνων ορισμένων εφημερίδων, μεταξύ των οποίων είναι και η “Espresso”. Στην έγκλησή της δεν κάνει ουδεμία αναφορά στο όνομά μου. Παρόλα αυτά οι ευθύνες για τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα έπεσαν αποκλειστικά στο πρόσωπό μου. Εγώ είμαι ο διευθυντής σύνταξης της εφημ. “Espresso” και όχι ο διευθυντής της. Κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία παρά το γεγονός ότι το ΠΠΣ κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: “Το ΠΠΣ θεωρεί ότι ο εκδότης-διευθυντής της εφημ.”Espresso” δεν φέρει ευθύνη καθώς ως μη δημοσιογράφος δεν εμπλέκεται στη σύνταξη της εφημερίδας”.
Το ΠΠΣ ρώτησε τον διευθυντή της εφημερίδας αν είναι δημοσιογράφος και εκείνος το αρνήθηκε ότι είναι; Αρνήθηκε ότι εμπλέκεται στη σύνταξη και έχει αποκλειστικά τον κύριο λόγο για ό,τι δημοσιεύεται;
Στην απόφαση του ΠΠΣ επίσης χρησιμοποιήθηκε επιλεκτικά ένα κομμάτι των όσων είπα σε εμφάνιση σε δελτίο ειδήσεων του “Alter”. Γράφει το ΠΠΣ, “’λλωστε και ο ίδιος σε τηλεοπτική εμφάνισή του στον “Alter” είπε χαρακτηριστικά: “Εμείς έχουμε ξεκινήσει αυτά τα δημοσιεύματα γι’ αυτή τη γυναίκα που τη φωτογραφίζουν ως μια γυναίκα μυστήριο, μια γυναίκα κλειδί, μια γυναίκα που συνδεόταν με ένα υψηλά ιστάμενο πρόσωπο εδώ στην Ελλάδα, το οποίο μάλιστα έπεσε θύμα της 17Ν”.
Στην σελίδα 8 της απόφασης στην πλήρη απομαγνητοφώνηση αναφέρω: “Υπάρχουν πάρα πολλές πληροφορίες. Έχουν μεταδοθεί και από τον σταθμό σας και από παντού και εμείς έχουμε ξεκινήσει…”. Είναι τυχαία, λοιπόν, αυτή η παράλειψη που αλλοιώνει το νόημα; Στη συγκεκριμένη εκπομπή εγώ προσωπικά δεν ανέφερα κάτι που να αποκαλύπτει το όνομα ή κάποιο στοιχείο που να χαρακτηρίζει την κυρία Καπετανάκου.
Τα ρεπορτάζ για την κυρία Καπετανάκου προήρχοντο από αξιόπιστες πηγές μέσα από την Ασφάλεια και το θέμα είχε διαρρεύσει και είχε ήδη δει το φως της δημοσιότητος σε άλλες εφημερίδες.
Η “Αυριανή” δημοσίευσε το όνομα και “φωτογράφισε” την “περίφημη Μάγδα”. Εμείς ούτε το όνομά της βάλαμε, ούτε πιστεύω ότι προσθέσαμε κάποιο σημαντικό στοιχείο που να την φωτογραφίζει. Πιστεύω ότι τηρήσαμε σε μεγάλο βαθμό τον Κώδικα Δεοντολογίας καθώς επανειλημμένα τη συναντήσαμε και ζητήσαμε από αυτή, μέσα από μια συνέντευξη-ρεπορτάζ, να φιλοξενήσουμε τις θέσεις-απόψεις της.
Δημοσιεύσαμε στο ακέραιο τις εκ των υστέρων δηλώσεις που έκανε στον Τ/Σ “Mega”, όπου ενεφανίσθη αλλά και τη γραπτή διάψευση που διένειμε σε όλες τις εφημερίδες.
Ερ.: Εάν το ΠΠΣ, όπως είπατε, είχε ρωτήσει τον κ. Λάβδα αν είναι δημοσιογράφος και είχε διερευνήσει την εμπλοκή του στη διαδικασία έκδοσης της εφημερίδας, τότε θα είχε επιβάλλει άλλη ποινή σε εσάς;
Απ.: Το ζητούμενο δεν είναι αν θα είχε επιβάλλει άλλη ποινή σε εμένα ή όχι. Το ζητούμενο είναι αν εγώ είμαι ο υπεύθυνος των όσων βλέπουν το φως της δημοσιότητας μέσα από την εφημερίδα. Σύμφωνα με την δομή και διάρθρωση όλων των εφημερίδων, ο διευθυντής της είναι αυτός που έχει τη γενική και την τελική ευθύνη αλλά και χαράζει την γραμμή.
Ερ.: Δηλαδή, ο διευθυντής σύνταξης είναι ένα πρόσωπο, κατά τους ισχυρισμούς σας, ανεύθυνο;
Απ.: Δεν ισχυρίστηκα ποτέ τέτοιο πράγμα, αλλά εγώ απλώς λέω ποιος έχει την τελική ευθύνη.
Ερ.: Σας έδωσε εντολή για κάτι και εσείς αρνηθήκατε, και τελικά έγινε αυτό που είπε ο διευθυντής;
Απ.: Την εποχή εκείνη υπήρχαν πάρα πολλές πληροφορίες που διοχετεύοντο από “διαφόρους” χώρους για θέματα σχετικά με την τρομοκρατία. Η πολιτική που έπρεπε να ακολουθήσει η εφημερίδα, στη προκειμένη περίπτωση, ήταν ή να μπει στον “ρυθμό των αποκαλύψεων” με τον όποιο κίνδυνο ή να τηρήσει μια πιο σοβαρή στάση. Η ιδιοκτησία και η διεύθυνση της εφημερίδας είχε την άποψη ότι η εφημερίδα έπρεπε να βαδίσει στα χνάρια της αποκάλυψης.
Ερ.: Κατά τη γνώμη σας, τι προσφέρει στην έρευνα της υπόθεσης το συγκεκριμένο ρεπορτάζ, με τις φωτογραφίες του σπιτιού που δημοσιεύονται στην εφημερίδα;
Απ.: Το ελεύθερο ρεπορτάζ είναι προέκταση και του αστυνομικού και στην ουσία δεν προσφέρει κάτι όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα. Αλλά, από την άλλη, δεν είναι και επιβαρυντικό για την κυρία Καπετανάκου, γιατί μπορεί να φωτογραφίζει το κουδούνι της, αλλά έχουμε φροντίσει να σβήσουμε το όνομά της και να κρατήσουμε μόνο τα γράμματα του ονόματός της, τα οποία έχουν ήδη δει το φως της δημοσιότητας σε άλλη εφημερίδα.
Ερ.: Στον επαγγελματικό της κύκλο και στον κοινωνικό της περίγυρο και στη γειτονιά της, δηλαδή σε ανθρώπους οι οποίοι την γνωρίζουν, δεν “φωτογραφίζεται” η κυρία αυτή;
Απ.: Πρώτον, επαναλαμβάνω ότι δεν γράψαμε εμείς πρώτοι τα αρχικά ή μεγάλο μέρος του ονόματός της. Δεύτερον, δεν αναφέραμε κάποιο στοιχείο που να την “φωτογραφίζει” περαιτέρω και εννοώ ότι δεν είπαμε τι δουλειά κάνει, δεν είπαμε ποια είναι η οικογενειακή της κατάσταση, δεν μιλήσαμε με κανένα συγγενή της, ούτε καν την ενοχλήσαμε στη δουλειά της.
Ερ.: Στη συγκεκριμένη υπόθεση έχετε ευθύνη;
Απ.: Ευθύνη υπάρχει στον καθένα που έχει ένα ρόλο μέσα σε ένα μέσο. Ευθύνη υπάρχει σε όλη την κλίμακα. Ευθύνη για το οποιοδήποτε δημοσίευμα υπάρχει σε όλη τη δομή του ΜΜΕ στο οποίο εργάζεται ο καθένας. Από τον εκδότη, τον διευθυντή μέχρι τους επιτελικούς, μέχρι και τον συντάκτη.
Ερ.: Ένα κείμενο θα πρέπει να ακολουθεί σε μάκρος, σε διάσταση, ανάλογα με τα στοιχεία που υπάρχουν ή με γεμίσματα που θα δικαιολογούν τον τίτλο ή τη θέση που μπαίνει;
Απ.: Ο τίτλος βγαίνει ανάλογα με το περιεχόμενο του κειμένου.
Ερ.: Θεωρείτε ότι εάν ένα μέσο κάνει αναπαραγωγή πραγμάτων που έχουν γραφτεί ή ειπωθεί από άλλα μέσα, δεν παραβιάζει δεοντολογικούς κανόνες και η παραβίασή τους (των κανόνων) αφορά μόνο σε εκείνους που το πρωτοανέφεραν;
Απ.: Όταν δημοσιεύεται κάτι εγώ πιστεύω ότι ήδη έχει γεννηθεί ένα θέμα, που τις περισσότερες φορές χρήζει διερεύνηση ή συνέχεια. Σε απάντηση του ερωτήματος θα αναφέρω τη θέση που πήραν τα δύο μέλη του ΠΠΣ που μειοψήφησαν στην καταδικαστική εναντίον μου απόφαση: “Έκριναν πως από τη διαδικασία απεδείχθη ότι οι πληροφορίες για την κυρία Καπετανάκου διοχετεύοντο από πηγές της Αστυνομίας. Η “Αυριανή” δημοσιοποίησε το όνομα και “φωτογράφισε” την “περίφημη Μάγδα”. Όλοι οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι αναπαρήγαγαν την είδηση, ως είχαν υποχρέωση. Γι’ αυτό έκριναν ότι έπρεπε να τιμωρηθούν με επίπληξη και μόνο”.
Ερ.: Έχετε παραπεμφθεί-καταδικασθεί στο Πειθαρχικό κατά το παρελθόν;
Απ.: Όχι. Επίσης, θέλω να προσθέσω ότι στο συγκεκριμένο θέμα ενεργήσαμε στο μέγιστο βαθμό με βάση τους κανόνες δημοσιογραφικής δεοντολογίας…”.

Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αφού εξέτασε όλα τα στοιχεία του φακέλου της έγκλησης της κυρίας Μάγδας Καπετανάκου, και της πρωτόδικης διαδικασίας (μαρτυρικές καταθέσεις, απολογίες εγκαλουμένων, σκεπτικό σχετικής απόφασης), καθώς και όλα τα στοιχεία που προέκυψαν κατά τη διαδικασία εκδίκασης των εφέσεων, εξέδωσε την εξής απόφαση.

Το ΔΠΣ έκρινε ομόφωνα ότι η κυρία Καπετανάκου “φωτογραφίζεται” σαφέστατα και καθαρά από τα δύο δημοσιεύματα της εφημερίδας “Espresso”, τόσο από τα προσωπικά στοιχεία που δημοσιεύονται, όσο και από τη δική της φωτογραφία με καλυμμένα μάτια, καθώς και από την φωτογραφία του κουδουνιού της πόρτας της κατοικίας της στην οποία φαίνεται καθαρά η αρχή του επιθέτου της, …ΚΑΠΕΤ. Τα μέλη του ΔΠΣ κρίνουν ότι η “φωτογράφιση” ενός ατόμου ισχύει και για τον στενό οικογενειακό ή επαγγελματικό του κύκλο και δεν είναι απαραίτητο να το καταλάβει το πανελλήνιο, όπως υποστηρίχθηκε. Και όπως αποδείχθηκε και από την διαδικασία και την εξέταση μαρτύρων, προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση στην υπηρεσία της στη ΔΕΗ, στην οποία εργαζόταν τότε η κυρία Καπετανάκου, αλλά και στον οικογενειακό της κύκλο και στη γειτονιά όπου διαμένει. Στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν τηρήθηκαν κανόνες του Καταστατικού και του Κώδικα Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ (άρθρο 7, παρ. 1, εδ. α’ και θ’ του Καταστατικού και άρθρα: 1, παρ. α’, β’, ε’, στ’ και 2, παρ. α’, β’, γ’ και η’ του Κώδικα Αρχών Δεοντολογίας). Πιο συγκεκριμένα:

· Έφεση του συν. Ευάγγελου Γκαϊντέ
Το ΠΠΣ έκρινε ότι “ο εγκαλούμενος εμπλέκει ευθέως την κυρία Μάγδα Καπετανάκου με την οργάνωση 17Ν. Χαρακτηριστικά αναφέρει στο δελτίο της 16ης Ιουλίου του Τ/Σ Alter: “Οι πληροφορίες λένε ότι πρόκειται για μία ξανθιά γυναίκα ηλικίας περίπου 47 χρονών, το όνομά της είναι Μάγδα και έχει λάβει μέρος σε τουλάχιστον δύο τρομοκρατικές επιθέσεις της οργάνωσης 17Ν. Φαίνεται να αποτελεί και συνδετικό κρίκο με τον ηγετικό πυρήνα της οργάνωσης”. Στη συνέχεια επιβεβαιώνει τον παρουσιαστή του δελτίου που αναφέρεται σε φιλική σχέση αυτής της γυναίκας με κάποιο από τα μετέπειτα θύματα της 17Ν, μιλάει για μια γυναίκα μυστήριο ενώ αμέσως μετά παραδέχεται και ο ίδιος ότι “δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία που να έχουν, αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, οι διωκτικές αρχές”.
Το ΔΠΣ κρίνει ότι ο εφεσιβάλλων “φωτογραφίζει” σαφώς την κυρία Καπετανάκου και ελαφρά τη καρδία υποστηρίζει ότι το ρεπορτάζ του, όπου μιλούσε για “μια ξανθιά γυναίκα, ηλικίας περίπου…47 ετών, το όνομα της είναι Μάγδα και η οποία έχει λάβει μέρος σε δύο τρομοκρατικές επιθέσεις της οργάνωσης”, δήθεν δεν αναφερόταν στην κυρία Καπετανάκου, αλλά σε κάποια άλλη Μάγδα, την οποία χαρακτηρίζει ως γυναίκα μυστήριο και για την οποία οι διωκτικές αρχές δεν έχουν πολλά στοιχεία.
Το ΔΠΣ έκρινε ότι ο συν. Ε. Γκαϊντές λειτούργησε πέραν της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους άλλων Μέσων Ενημέρωσης, που επέδειξαν μεγαλύτερη υπευθυνότητα και δεν υπέπεσαν σε παρόμοια πειθαρχικά παραπτώματα.
Το ΔΠΣ αποφάσισε ομόφωνα ότι ο συν. Ευάγγ. Γκαϊντές είναι πειθαρχικά ελεγκτέος κατά το κατηγορητήριο και του επιβάλλει παμψηφεί την ίδια πρωτόδικο ποινή, δηλαδή τρεις μήνες προσωρινή διαγραφή από τα μητρώα της ΕΣΗΕΑ.

· Έφεση του συν. Παύλου Δημητριάδη
Στο σκεπτικό της απόφασης του ΠΠΣ για τον συν. Π. Δημητριάδη, τονίζονται τα εξής:
“Ως διευθυντής σύνταξης της εφημερίδος “Espresso” φέρει το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τα δημοσιεύματα της 21ης και 22ας Ιουλίου που εμπλέκουν την κυρία Μάγδα Καπετανάκου με την 17Ν και αναφέρουν ότι πρόκειται να συλληφθεί από μέρα σε μέρα. Επίσης ο εγκαλούμενος φέρει εξ ολοκλήρου την ευθύνη για τη δημοσίευση των φωτογραφιών της κυρίας Μάγδας Καπετανάκου -έστω και με καλυμμένα τα μάτια- όπως και των φωτογραφιών της κατοικίας της. ’λλωστε και ο ίδιος σε τηλεοπτική εμφάνισή του στον Τ/Σ Alter στις 21 Ιουλίου μιλώντας για την εφημερίδα του λέει χαρακτηριστικά: “εμείς έχουμε ξεκινήσει αυτά τα δημοσιεύματα γι’ αυτή τη γυναίκα που τη φωτογραφίζουν ως μια γυναίκα μυστήριο, μια γυναίκα κλειδί, μια γυναίκα που συνδεόταν με ένα υψηλά ιστάμενο πρόσωπο εδώ στην Ελλάδα, το οποίο μάλιστα έπεσε και θύμα της 17Ν”.
Ο συν. Π. Δημητριάδης, ενώπιον του ΔΠΣ υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η υπόθεση της Καπετανάκου δεν πρωτοβγήκε στη δημοσιότητα από την εφημερίδα, που διευθύνει συντακτικά. Όμως, αυτό δεν τον απαλλάσσει των ευθυνών του. Η επανάληψη ενός αδικήματος ή ενός πειθαρχικού παραπτώματος που διέπραξαν άλλοι, δεν σημαίνει ότι μειώνεται η βλάβη που προκαλεί αυτό, ούτε και ότι οι επιπτώσεις του είναι μικρότερες εξαιτίας της επανάληψης. Στο σημείο αυτό τα μέλη του ΔΠΣ επεσήμαναν ότι η επανάληψη αυτή εγείρει υπόνοιες για εφαρμογή της αρχής των “συγκοινωνούντων δοχείων” από μια σειρά συγκεκριμένων εντύπων και ηλεκτρονικών μέσων, τα οποία παρήγαν και αναπαρήγαγαν το θέμα Καπετανάκου.
Εξάλλου, το επιχείρημα του εφεσιβάλλοντος ότι η εφημερίδα δημοσίευσε την δικαστική απόφαση με την οποία το αρμόδιο δικαστήριο απαγορεύει την περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα, είναι απαράδεκτο. Πρώτον, γιατί έχει δημοσιευθεί ένα μικρό απόσπασμα με τα πιο μικρά τυπογραφικά στοιχεία, χωρίς να αναφέρεται καν σε ποιόν αφορά η απόφαση αυτή και δεύτερο, διότι η επίσημη ανακοίνωση διάψευσης της κυρίας Καπετανάκου, γίνεται επίσης ένα μικρό μονόστηλο στο κάτω δεξιό μέρος εσωτερικής σελίδας, ενώ τα επίμαχα δημοσιεύματα είχαν υπερπροβληθεί ακόμη και ως πρώτο θέμα της εν λόγω εφημερίδας.
Επίσης, ο συν. Δημητριάδης ανέφερε ότι οι πληροφορίες προέρχονταν από “αξιόπιστες πηγές της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας”. Δηλαδή, επαναλαμβάνεται η ίδια εικόνα: να “διοχετεύονται” πληροφορίες από “υψηλές πηγές” για πρόσωπα, χωρίς οι πηγές αυτές να το ανακοινώνουν επίσημα. Που σημαίνει, ότι όσοι συνάδελφοι ενεπλάκησαν σ’ αυτό λειτούργησαν ως δίαυλοι διαφόρων υπηρεσιών. Και αυτό είναι απαράδεκτο για τη δημοσιογραφική δεοντολογία, όπως κρίθηκε, άλλωστε, και σε προηγούμενες ανάλογες υποθέσεις από τα ΠΣ της ΕΣΗΕΑ.
Ο συν. Αντ. Σρόιτερ, μάρτυρας στην υπόθεση της συν. Βασιλικής Λιανού, λέει χαρακτηριστικά: “Χρησιμοποιήθηκαν τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι”. Το ΔΠΣ επισημαίνει ότι, ευτυχώς, ήταν λίγοι εκείνοι -στο σύνολο των συναδέλφων και των ΜΜΕ- που παρασύρθηκαν σε αντιδεοντολογικές πρακτικές.
Ακόμη, ο συν. Δημητριάδης προσπάθησε να υποβαθμίσει τις ευθύνες του διευθυντή σύνταξης σε σύγκριση με εκείνες που έχει ο εκδότης και ο διευθυντής, τονίζοντας ότι “έχει την ευθύνη της διεύθυνσης σύνταξης και όχι της γενικής δημοσιογραφικής διεύθυνσης”.
Το ΔΠΣ θεωρεί ότι ο διευθυντής σύνταξης δεν φέρει απλώς έναν τίτλο. Έχει βασική δημοσιογραφική ευθύνη, για ό,τι δημοσιεύεται -ή αναμεταδίδεται- στο Μέσον που διευθύνει και για την τήρηση της δεοντολογίας, κάτι που επιβεβαιώνεται από τη χρήση, από τον ίδιο, του πρώτου πληθυντικού, που χρησιμοποίησε στη συνέντευξή του στο Alter, για να επισημάνει τη δημοσιογραφική επιτυχία της εφημερίδας του: “εμείς έχουμε ξεκινήσει αυτά τα δημοσιεύματα…”.
Ο Διευθυντής Σύνταξης δεν λειτουργεί ως μαριονέτα του εκδότη, αλλά ως κορυφαίος υπεύθυνος δημοσιογράφος, που υπηρετεί την ειδησεογραφία και τις απόψεις από το Μέσον όπου εργάζεται. Όσο για τη “γραμμή” του επιχειρηματία πρέπει να σταματά μπροστά στην Αλήθεια και τη Δεοντολογία.
Το ΔΠΣ έκρινε ότι ο συν. Παύλος Δημητριάδης δεν λειτούργησε σύμφωνα με τους Κανόνες Δεοντολογίας στην υπό κρίση υπόθεση. Η διάψευση της εφημερίδας, επίσης, δεν δημοσιεύθηκε στο κατά νόμο εμφανές σημείο. Η εγκαλούσα, τέλος, δεν ήταν υποχρεωμένη να παραχωρήσει συνέντευξη σε Μέσον που, όπως αποδεικνύεται, την ενέπλεξε σε υπόθεση στην οποία δεν είχε σχέση.
Κατόπιν αυτών, το ΔΠΣ αποφάσισε παμψηφεί ότι ο συν. Παύλος Δημητριάδης είναι πειθαρχικά ελεγκτέος κατά το κατηγορητήριο. Αφού, δε, έλαβε υπόψη ότι ως διευθυντής σύνταξης δεν έχει την αποκλειστική ευθύνη (τη μεγαλύτερη ευθύνη φέρουν ο διευθυντής και ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας) και ότι δεν έχει υποπέσει στο παρελθόν σε άλλο πειθαρχικό παράπτωμα, μειώνει την πρωτόδικη ποινή και του επιβάλλει προσωρινή διαγραφή 8 μηνών από τα μητρώα της ΕΣΗΕΑ.

· Έφεση της συν. Βασιλικής Λιανού
Το ΔΠΣ αποδέχεται το σκεπτικό του ΠΠΣ που έκρινε ότι: “Τα άρθρα που υπογράφει η συνάδελφος στην εφημερίδα “Espresso” και τα οποία περιλαμβάνουν πληροφορίες που, όπως παραδέχεται και η ίδια, ήταν δύσκολο να διασταυρώσει, “φωτογραφίζουν” την κυρία Μάγδα Καπετανάκου και την εμπλέκουν με την οργάνωση 17Ν. Η ίδια η εγκαλουμένη, στην απολογία της, λέει πως το μόνο που έκανε ήταν το επιτόπιο ρεπορτάζ έξω από την κατοικία της κυρίας Καπετανάκου, ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία του ρεπορτάζ τής τα έδωσαν άλλοι συνάδελφοι, τους οποίους μάλιστα χαρακτηρίζει αξιόπιστους. Το ΠΠΣ ευελπιστεί ότι την επόμενη φορά που η συνάδελφος θα υπογράψει ρεπορτάζ άλλων θα είναι πιο προσεκτική, όσο αξιόπιστοι και αν είναι αυτοί. Η ίδια, άλλωστε, στην απολογία της αναφέρει ότι έπειτα από ωριμότερη σκέψη πιστεύει πως δεν θα έπρεπε να έχει υπογράψει το συγκεκριμένο ρεπορτάζ. Το ΠΠΣ κρίνει ότι δεν θα έπρεπε να έχει καν γράψει το συγκεκριμένο ρεπορτάζ”.
Το ΔΠΣ αποφάσισε ομόφωνα ότι η συν. Βασιλική Λιανού είναι πειθαρχικά ελεγκτέα κατά το κατηγορητήριο. Της επιβάλλει παμψηφεί την ίδια πρωτόδικη ποινή, δηλαδή 3 μήνες προσωρινή διαγραφή από τα μητρώα της ΕΣΗΕΑ. Έκρινε ότι αφού δεν έγραψε ολόκληρο το ρεπορτάζ αλλά εν γνώσει της το υπέγραψε, θα βοηθηθεί στο μέλλον να μην υποπέσει εκ νέου σε παρόμοιο πειθαρχικό παράπτωμα, δεδομένου ότι αναγνωρίζει πως της αναλογεί μερίδιο ευθύνης.