ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΑΝΩΛΗ ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΣΗΕΑ ΣΤΟ ΜΙΚΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ 22ας ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2005

Ανακοινώσεις
image_pdfimage_print

 

 

Συναδέλφισσες και Συνάδελφοι,

Τα θέματα που κυριάρχησαν στο μήνα που πέρασε ήταν αυτά του “βασικού μετόχου” και της διαφάνειας στις εργασιακές σχέσεις των δημοσιογράφων που απασχολούνται στο Δημόσιο και τον ευρύτερο Δημόσιο τομέα.
Το νομοσχέδιο για τον “βασικό μέτοχο” έγινε πλέον νόμος. Είναι γνωστή η κριτική που ασκήθηκε, τα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα που διατυπώθηκαν. Ο χρόνος και η εφαρμογή στην πράξη θα καταδείξουν αν πράγματι εξυπηρετεί ή όχι τον σκοπό για τον οποίο έγινε, δηλαδή την καταπολέμηση της διαπλοκής στον χώρο των ΜΜΕ.
Εκείνο όμως που μπορεί να σημειωθεί είναι ότι τα νομοθετήματα δεν στρέφονται κατά του τρίτου πόλου της διαπλοκής που είναι οι πολιτικοί.
Αναφορικά με το “βασικό μέτοχο” από την πλευρά μας είχαμε επισημάνει και σε επιστολή μας προς τον Υπουργό Επικρατείας, αλλά και κατά την ακρόαση του Προέδρου του Δ.Σ. στη Διαρκή Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης της Βουλής κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου, ότι πιστεύουμε ότι το φαινόμενο της διαπλοκής είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων που η αντιμετώπισή τους θα έπρεπε να ήταν πρώτης προτεραιότητας.
Και ότι πάγιες θέσεις της ΕΣΗΕΑ είναι:
” Η θέσπιση απαγορευτικών ή αποτρεπτικών διατάξεων που δεν θα επιτρέπουν τη δημιουργία μονοπωλιακών καταστάσεων στο χώρο των ΜΜΕ.
Η έλλειψή αυτών των μέτρων μπορεί να οδηγήσει στον επηρεασμό εάν όχι στην εξάρτηση της πολιτικής εξουσίας από αυτά και μάλιστα κατά τρόπο πιο αποτελεσματικό από εκείνο του “βασικού μετόχου”.
” Η θέσπιση κανόνων για τη διανομή της κρατικής διαφήμισης στο κέντρο και την περιφέρεια γιατί διαφορετικά η έλλειψη τους οδηγεί στην πολιτική διαπλοκή και κατά συνέπεια στην συνδιαλλαγή και μονόπλευρη ενημέρωση του κοινού.
” Η θέσπιση κανόνων για την λειτουργία και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων των ΜΜΕ, την διαφάνεια και την προέλευση των κεφαλαίων τους ως και τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας και των απαιτήσεων των εργαζομένων.
Συνέπεια και συνέχεια της συζήτησης για το “βασικό μέτοχο” ήταν και η συζήτηση που άνοιξε για την διαφάνεια στις σχέσεις των δημοσιογράφων που εργάζονται στο Δημόσιο και τον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα ως και την τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας.
Θα πρέπει όμως να ανοίξω μια παρένθεση και να αναφερθώ στην προϊστορία του θέματος.
Εδώ και σαράντα χρόνια η σκιά των μυστικών κονδυλίων, των μη διαφανών σχέσεων με το Δημόσιο, πλανάται πάνω από τον δημοσιογραφικό κόσμο και δίνει το δικαίωμα για δυσμενή σχόλια.
Εξ ίσου παλιά είναι και η πρόσκληση και πρόκληση της ΕΣΗΕΑ προς την Εξουσία για πλήρη διαφάνεια.
Το 1982 με έγγραφο προς τον τότε Υπουργό Προεδρίας τονιζόταν: “Επειδή η σκιά της υποψίας βαρύνει όλους μας και αποτελεί μια δυσάρεστη αναφορά στις εισοδηματικές πηγές και τον τρόπο εργασίας των δημοσιογράφων θα σας παρακαλούσαμε να δώσετε τον κατάλογο των συναδέλφων αυτών, είτε σε μας είτε απ’ ευθείας στη δημοσιότητα, ώστε να πάψει το σύνολο των δημοσιογράφων να αντιμετωπίζεται σαν υπόλογο έναντι του φορολογούμενου Ελληνικού λαού”.
Έκτοτε υπήρξαν συνεχείς εκκλήσεις της ΕΣΗΕΑ προς την εκάστοτε Κυβέρνηση. Τους λέγαμε “λέτε ότι οι δημοσιογράφοι στο Δημόσιο “τα πιάνουν”, είναι αργόμισθοι, είναι πολυθεσίτες. Δώστε μας στοιχεία. Δώστε μας καταλόγους με ονόματα, αν υπάρχουν, πάψτε να σπιλώνετε το δημοσιογραφικό κόσμο”
Ανταπόκριση δεν υπήρξε. Μόνο το 2003, ο τότε Υπουργός Τύπου κ. Πρωτόπαπας, έδωσε έναν κατάλογο στην ΕΣΗΕΑ. Τον αναζήτησα στη Γραμματεία της Ένωσης. Βρήκα μόνο το εξής έγγραφο: “Σας στέλνω καταστάσεις δημοσιογράφων που απασχολούνται στο Δημόσιο Τομέα”. Καταστάσεις δεν υπήρχαν!
Όπως με διαβεβαίωσαν συνάδελφοι που μετείχαν τότε στο Δ.Σ., ο κατάλογος αυτός περιείχε μόνο ονόματα όσων με νόμιμη σύμβαση εργάζονταν στο Υπουργείο Τύπου και την ΕΡΤ και επιλεκτικά μερικά Γραφεία Τύπου υπουργείων.
Η Ένωση για να θωρακίσει ακόμα περισσότερο την αξιοπρέπεια, το αδιάβλητο, την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα των δημοσιογράφων, με ομόφωνη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, θέσπισε συγκεκριμένους κανόνες δεοντολογίας. Να υπενθυμίσω ορισμένους από αυτούς:
“Η διαφάνεια στις οικονομικές σχέσεις αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της αξιοπιστίας, του κύρους και της επαγγελματικής αξιοπρέπειας του δημοσιογράφου, ο οποίος οφείλει:
” Να μην επιδιώκει και να μη δέχεται αμοιβή για δημοσιογραφική εργασία από απόρρητα κονδύλια κρατικών υπηρεσιών και δημόσιων ή ιδιωτικών οργανισμών.
” Να μην επιδιώκει και να μη δέχεται αργομισθία ή έπ’ αμοιβή θέση συναφή με την ειδικότητά του σε Γραφεία Τύπου, δημόσιες υπηρεσίες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις, που θέτει εν αμφιβόλω την επαγγελματική αυτονομία και ανεξαρτησία του.
” Να μην επιδιώκει και να μη δέχεται τη διαφημιστική χρήση του ονόματος, της φωνής και της εικόνας του, παρά μόνο για κοινωφελείς σκοπούς.
” Να μη μεταδίδει και να μην αξιοποιεί ιδιοτελώς αποκλειστικές πληροφορίες που επηρεάζουν την πορεία του Χρηματιστηρίου Αξιών και την αγορά.
” Να μην επιδιώκει και να μη δέχεται οποιεσδήποτε παροχές σε χρήμα και είδος, που θίγουν την αξιοπιστία και την αξιοπρέπειά του και επηρεάζουν την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του.”
Γι’ αυτό και μόλις τέθηκε πάλι θέμα, με την από 21/1/2004 επιστολή του Υπουργού Επικρατείας και πρόσκληση για δημόσιο διάλογο δημοσιοποιήσαμε τις θέσεις μας:
” Η ΕΣΗΕΑ δεν αρνήθηκε ποτέ να συζητήσει με την Κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα για τη διαφάνεια στα ΜΜΕ, το ρόλο και την ευθύνη της πολιτικής εξουσίας, των ιδιοκτητών και των δημοσιογράφων. Ακόμη περισσότερο επιθυμεί να ανοίξει πραγματικός διάλογος στη κοινωνία.
” Για πολλοστή φορά, τις τελευταίες δεκαετίες, η ΕΣΗΕΑ καλεί οποιονδήποτε και ιδιαίτερα την Κυβέρνηση να καταθέσει ό,τι στοιχείο διαθέτει για τυχόν αδιαφανείς -συνεπώς παράνομες- σχέσεις και ενδεχόμενο χρηματισμό δημοσιογράφων είτε σήμερα είτε στο παρελθόν, από το κράτος και την πολιτική ή οικονομική εξουσία.
Επόμενη ενέργεια του Δ.Σ. ήταν να καλέσει τον Υπουργό Επικρατείας να δώσει στη δημοσιότητα τα ονόματα όλων των δημοσιογράφων που κατέχουν τις όποιες θέσεις στο Δημόσιο και ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, ώστε με νηφαλιότητα να δούμε το μέγεθος των αντιδεοντολογικών φαινομένων στην ενημέρωση, όπου αυτά εμφανίζονται, με βάση τον Κώδικα Δεοντολογίας και το μητρώο των μελών της Ένωσης. Του προτείναμε συνάντηση στα γραφεία της ΕΣΗΕΑ.
Εκείνος όρισε δημόσια συζήτηση στο Ζάππειο και προσκάλεσε να πάρουν μέρος σ’ αυτήν εκπρόσωποι κομμάτων, της ΠΟΕΣΥ και όλων των Δημοσιογραφικών Ενώσεων.
Για να μην επικαλεσθεί ως επιχείρημα ότι αποφεύγουμε τη δημόσια συζήτηση προσήλθαμε σε αυτήν με συγκεκριμένες θέσεις του Δ.Σ.

Στην πρώτη αυτή δημόσια συζήτηση τονίσαμε ότι:
” Οφείλουμε να διαφυλάξουμε το κύρος και την αξιοπιστία του επαγγέλματος.
” Η εργασία στο Δημόσιο δεν είναι κάτι το επιλήψιμο και ουδέποτε τέθηκε θέμα νομίμων, διάφανων και ξεκάθαρων σχέσεων δημοσιογράφων με το Δημόσιο Τομέα.
” Επιλήψιμο είναι η παραβίαση του Κώδικα Δεοντολογίας και βεβαίως οι δύο, τρεις και τέσσερις θέσεις στο Δημόσιο Τομέα.
” Απορρίπτουμε τη γενίκευση και δεν δεχόμαστε να διασύρονται όσοι εργάζονται νόμιμα.
” Η συντριπτική πλειοψηφία των δημοσιογράφων εργάζεται σε καθεστώς ανασφάλειας με απαράδεκτα χαμηλούς μισθούς.
” Ζητούμε να ξεκαθαρίσει για πάντα ο βεβαρημένος τα τελευταία 40 χρόνια ορίζοντας για τυχόν αδιαφανείς, συνεπώς παράνομες σχέσεις για ενδεχόμενο χρηματισμό δημοσιογράφων από το Κράτος, την πολιτική και την οικονομική εξουσία.
” Ζητούμε επίσης να γνωστοποιηθούν τα ονόματα δημοσιογράφων οι οποίοι ενδεχομένως έχουν ή είχαν σχέση με τα Υπουργεία Εξωτερικών, Εθνικής ’μυνας, Δημόσιας Τάξης και τους εξαρτώμενους από αυτά φορείς.
Ακολούθησε η δεύτερη συζήτηση στο Ζάππειο, κατά την οποία και πάλι απαιτήσαμε:
Να μας παραδώσει τώρα πλήρεις καταλόγους από το 1997 που ισχύει το Προεδρικό Διάταγμα όσων εργάζονται στο Δημόσιο και τον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, τους Οργανισμούς, τις ΔΕΚΟ, τις θυγατρικές τους, τα Γραφεία Τύπου, τα Υπουργεία, καθώς και σ’ όλους τους εποπτευόμενους φορείς είτε τους περιλαμβάνει αυστηρά ο νόμος είτε όχι. Με στοιχεία που να καταδεικνύουν αν υπάρχουν περιπτώσεις που να παραβιάζονται θεσμοθετημένοι Κώδικες Δεοντολογίας, αλλά να δίνουν και την δυνατότητα ελέγχου της χρήσης του δημοσίου χρήματος.

Ζητήσαμε ακόμα:
” Συνθήκες άσκησης δημοσιογραφικού επαγγέλματος.
” Διασφάλιση των θέσεων εργασίας και τήρηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.
” Συνθήκες διαφάνειας και σαφή κριτήρια για προσλήψεις Δημοσιογράφων σε ότι αφορά το Δημόσιο και τον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα.

Υπογραμμίσαμε:
” Η πλειοψηφία όσων έχουν σχέση εργασίας με τον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, όπως στην ΕΡΤ και τα δύο Πρακτορεία, εργάζονται απολύτως νόμιμα.
Όλοι αυτοί δεν μπορεί στο όνομα δήθεν προσωπικών δεδομένων, να μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι με τους λίγους που ενδεχομένως παραβιάζουν τις αρχές του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και του Κώδικα Δεοντολογίας.
” Όσο το “περιεχόμενο του τσουβαλιού παραμένει κρυφό”, τα χλωρά θα εξακολουθήσουν να καίγονται με τα ξερά.
” Ότι πρέπει να εφαρμόζεται η νομοθεσία για την πολυθεσία στο Δημόσιο, που έχει καθιερωθεί εδώ και 23 χρόνια και για την οποία οι Δημοσιογραφικές Ενώσεις δεν έχουν την ευθύνη, αλλά την έχει η Πολιτεία.
Μεταξύ των δύο συζητήσεων ο Υπουργός Επικρατείας μας παρέδωσε κατάλογο με γνωστές θέσεις εργασίας.
Προχωρήσαμε αμέσως σε τρεις -η μία κατά πλειοψηφία, οι δύο ομόφωνα- κινήσεις του Δ.Σ.:
” Αναρτήσαμε στο site της Ένωσης τον κατάλογο.
” Συγκροτήσαμε “Επιτροπή Διαφάνειας” από τους Προέδρους των Πειθαρχικών Συμβουλίων και από εγνωσμένου κύρους συναδέλφους με σκοπό να μελετηθούν όλα τα στοιχεία που διαθέτει η Ένωση και βάσει αυτών να συνταχθεί έκθεση για το πρόβλημα του ασυμβίβαστου στο επάγγελμα.
” Με ανακοινώσεις καταστήσαμε σαφές ότι πρόθεση του Δ.Σ. είναι με την έγκριση της Γενικής Συνέλευσης να ορισθεί το πλαίσιο λειτουργίας του δημοσιογραφικού επαγγέλματος προς όφελος και της ποιότητας της ενημέρωσης, αλλά και αυτών των ίδιων των εργαζόμενων.
Η “Επιτροπή Διαφάνειας” έχει πραγματοποιήσει δύο συνεδριάσεις, έχει προχωρήσει στο έργο της και πιστεύω ότι θα έχουμε έγκαιρα το πόρισμά της για να το παρουσιάσουμε στη Γενική Συνέλευση.
Η ανάρτηση στο site της Ένωσης του καταλόγου που μας παρέδωσε ο κ. Ρουσόπουλος προκάλεσε κάποιες αντιδράσεις.
Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε:
” Η παραλαβή του καταλόγου έγινε αυτή τη φορά με πλήρη διαφάνεια και δημοσιότητα.

” Όλοι γνώριζαν ότι ο Υπουργός μας παρέδωσε τον κατάλογο. Δεν ήταν μυστικό. Δεν είχαμε δικαίωμα να τον κρύψουμε. Υπήρχε ένα κλίμα έντασης, καχυποψίας όχι μόνο μεταξύ των συναδέλφων αλλά και στη κοινή γνώμη.
Η εφημερίδα “ΤΟ ΠΑΡΟΝ” είχε πολύ νωρίτερα από εμάς τον κατάλογο και μια ημέρα πριν τον παραδώσει στην ΕΣΗΕΑ ο κ. Ρουσόπουλος είχε δημοσιεύσει ονόματα, θέσεις εργασίας αλλά και “εικονογράφηση” κάποιων ονομάτων με μισθούς.
Εάν δεν προχωρούσαμε στη δημοσιοποίηση, η υποψία, ότι κάτι κρύβουμε, θα γινόταν βεβαιότητα.
Θα ήμασταν όμως και ανακόλουθοι, αν εμείς, που χρόνια τώρα ζητάμε τη δημοσιοποίηση των καταλόγων, δεν το πράτταμε.
Αληθινά δεν μπορώ να φανταστώ ποιος είναι ο διασυρμός της δημοσιοποίησης της εργασίας π.χ. συναδέλφου στην ΕΡΤ, που όλος ο κόσμος τον βλέπει κάθε μέρα στην οθόνη της δημόσιας τηλεόρασης!
Αν δεν δημοσιοποιούσαμε τον κατάλογο ποιος μπορεί να αποκλείσει ότι την επόμενη ημέρα δεν θα τον δημοσίευαν εφημερίδες με πιθανό τίτλο “να οι λίστες που κρύβει η ΕΣΗΕΑ”!
Έπρεπε, λοιπόν, να προστατεύσουμε από γενικό διασυρμό τους χιλιάδες συναδέλφους που εργάζονται νόμιμα και έντιμα με αποδοχές ανειδίκευτου εργάτη οι περισσότεροι.
Έπρεπε να κρύψουμε την πραγματικότητα για να διαφυλαχθούν οι ελάχιστοι που ενδεχομένως παραβιάζουν τις αρχές του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και τον Κώδικα Δεοντολογίας;

Ο Υπουργός Επικρατείας επεχείρησε να “πετάξει το μπαλάκι” στην Ένωση συνοδεύοντας την αποστολή του καταλόγου με την γνωστή επισήμανση περί δήθεν παραβίασης, σε περίπτωση δημοσιοποίησης, του νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Η προσπάθεια εκφοβισμού για να αποτραπεί η δημοσιοποίηση, για να μην πραγματοποιηθεί δηλαδή η επιδίωξη της Ένωσης για απόλυτη διαφάνεια, ήταν κάτι παραπάνω από σαφής.
Τι έπρεπε, λοιπόν, να πράξει το Δ.Σ.; Ο χρόνος έτρεχε. Κάθε καθυστέρηση, δεδομένης και της μη πληρότητας του καταλόγου, μπορούσε να εκληφθεί ως προσπάθεια συγκάλυψης, καιρορίξιμο και πισωγύρισμα. Γι’ αυτό η πλειοψηφία του Δ.Σ. ανέλαβε την ευθύνη της δημοσιοποίησης.
Για την απόφασή μας αυτή στη δεύτερη δημόσια συζήτηση του Ζαππείου μιλώντας εκ μέρους του Δ.Σ. υπογράμμισα:
“Με αίσθημα ευθύνης, το Δ.Σ. αποφάσισε να δώσει στην δημοσιότητα τον κατάλογο που μας διαβιβάσατε για να ξεκαθαρίσει την σύγχυση που έντεχνα καλλιεργείται στην συνείδηση της κοινής γνώμης, ότι για την παρεχόμενη ενημέρωση υπεύθυνοι είναι αποκλειστικά οι Δημοσιογράφοι, αντιστρέφοντας και αφήνοντας στο απυρόβλητο Κυβέρνηση και εργοδότες που είναι οι πραγματικοί υπεύθυνοι.
Για τις ελλείψεις του καταλόγου, τις παραλείψεις, την ισοπέδωση δικαίων και αδίκων κύριε Υπουργέ, δεν ευθύνονται οι αρμόδιοι που τον συνέταξαν;

Ευθύνεται η ΕΣΗΕΑ που δεν τον καταχώνιασε στα συρτάρια της και κάνοντας πράξη την ρήση “η δημοσίευση είναι η ψυχή της δικαιοσύνης”, τον δημοσιοποίησε”;
Συναδέλφισσες, Συνάδελφοι,
Η ΕΣΗΕΑ γνωστοποίησε τον κατάλογο που της παρέδωσε ο κ. Ρουσόπουλος για να φανεί το μέγεθος της υποκρισίας και να αποκατασταθεί η πλαστή εικόνα ότι δήθεν πρόκειται για κατάλογο που περιέχει ονόματα εργαζομένων στο Δημόσιο και σε 122 Οργανισμούς.
Είναι γνωστό ότι αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων έκανε πράξη την προειδοποίηση του κ. Ρουσόπουλου.
Από την Αρχή κληθήκαμε για εξηγήσεις, στις 3 Μαρτίου 2005.
Θα πάμε! Θα είμαστε όλοι εκεί για να δώσουμε άλλη μία μάχη. Για να υπερασπιστούμε, για μια ακόμη φορά, τη διαφάνεια, την υπόληψη, την ανεξαρτησία και την ηθική του δημοσιογραφικού κόσμου.
Η τρίτη σημαντική απόφαση του Δ.Σ. είναι η εκκαθάριση του Μητρώου.
Γνωρίζετε ότι σύμφωνα με το Καταστατικό στο άρθρο 7 παρ. 1 περ. ιστ'”Τα δόκιμα, τακτικά και αντεπιστέλλοντα μέλη έχουν την υποχρέωση: ιστ) Στην αρχή κάθε χρόνου, πρέπει να υποβάλλουν στη Γραμματεία της Ενώσεως υπεύθυνη δήλωση για την επαγγελματική, οικογενειακή κλπ. κατάστασή τους, για την ενημέρωση του μητρώου και για να μπορεί το Διοικητικό Συμβούλιο να ασκεί τον έλεγχο που προβλέπει το άρθρο 10 τού Καταστατικού.” και στο άρθρο 10 παρ. 1 του Καταστατικού “1. Για να μπορεί να εφαρμόζει τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, το Διοικητικό Συμβούλιο ελέγχει κάθε χρόνο την κατάσταση των μελών.”

Το Δ.Σ. αποφάσισε να κάνει πράξη τις διατάξεις αυτές και να υλοποιήσει ένα πάγιο αίτημα όλου του δημοσιογραφικού κόσμου. Την εκκαθάριση του Μητρώου.
Το πόσο σωστή και σύννομη ήταν η ενέργεια του Δ.Σ. καταδεικνύεται, εκτός των άλλων, και από τα εξής:
Το “Εποπτικό Όργανο Δεοντολογίας” έσπευσε αμέσως να επικροτήσει την απόφαση αυτή του Δ.Σ., τονίζοντας με ανακοίνωσή του ότι:
“Η διαφάνεια που απαιτείται στο χώρο της Δημοσιογραφίας, επιβάλλει την τήρηση της σχετικής διάταξης του Καταστατικού της ΕΣΗΕΑ, που προβλέπει την κατάθεση υπεύθυνης δήλωσης των μελών του σωματείου για την επαγγελματική ενασχόλησή τους.
Συνεπώς, όλοι οι συνάδελφοι θα πρέπει να ανταποκριθούμε στην καταστατική αυτή υποχρέωση και στη σχετική πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου. Πολύ περισσότερο την κρίσιμη αυτή περίοδο που ο δημοσιογραφικός κόσμος καλείται να στηρίξει την αξιοπιστία του.”
Αλλά και η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η οποία με το από 16/2/2005 έγγραφό της βεβαιώνει ότι “ο σκοπός της συλλογής των παραπάνω στοιχείων (αυτών δηλαδή που περιέχονται στο απογραφικό δελτίο) αφορά τη νόμιμη υποχρέωσή σας που προκύπτει από το άρθρο 10 παρ. 1 του Καταστατικού και επομένως κρίνεται ως νόμιμος”.

Η Αρχή διατηρεί μια επιφύλαξη μόνο ως προς το στοιχείο των αποδοχών, αλλά και σε αυτό μας ζητά να εκθέσουμε τις απόψεις μας. Δεν αποφαίνεται δηλαδή τελεσίδικα.
Συμπεριλάβαμε το στοιχείο των αποδοχών για να έχουμε τη δυνατότητα να ελέγξουμε αν τηρούνται οι ΣΣΕ, αφού οι αμοιβές μεγάλου ποσοστού συναδέλφων μας είναι κάτω από αυτές και η ΕΣΗΕΑ δεν έχει σαφή στοιχεία για να ενεργήσει. Αλλά και γιατί ένα μεγάλο μέρος είναι στα όρια και αμείβεται ακριβώς με τις ΣΣΕ. Πρέπει να γνωρίζουμε όλες αυτές τις περιπτώσεις για να πράξουμε ανάλογα κατά τις διαπραγματεύσεις.
Οι αμειβόμενοι πέραν των ΣΣΕ, οι υψηλόμισθοι, δεν ενδιαφέρουν στην περίπτωση αυτή. Μπορούν λοιπόν να αναφέρουν ότι οι αμοιβές τους είναι σύμφωνα με τις ΣΣΕ.
Τους χαμηλόμισθους, όμως, εκείνους που μοχθούν για το μεροκάματο, τους προτρέπω να δηλώσουν τις αποδοχές τους ώστε να βοηθηθεί το Δ.Σ. τώρα που επιτέλους κάτι σοβαρό άρχισε να γίνεται στην Ένωση.
Δεν έχουν να φοβηθούν, να κρύψουν τίποτα, αφού τα απογραφικά αυτά δελτία αποτελούν εσωτερική υπόθεση της Ένωσης και βεβαίως δεν υπάρχει κανένας απολύτως κίνδυνος να δημοσιοποιηθούν.

Από όλο αυτό το θόρυβο που προκλήθηκε με ευθύνη της Κυβέρνησης κανένας δεν έγινε σοφότερος για την κατάσταση που επικρατεί στο χώρο των ΜΜΕ και τις επιδιώξεις της Εξουσίας.
Δεν φάνηκε ο πυρήνας του προβλήματος ότι υπεύθυνοι είναι οι εκμαυλίζοντες χωρίς να απαλλάσσονται των ευθυνών τους και οι εκμαυλιζόμενοι.
Ο πρώτος κατάλογος του κ. Ρουσόπουλου έχει παραδοθεί στα μέλη της Επιτροπής που συγκροτήθηκε από το Δ.Σ.
Στην Επιτροπή μετέχουν και οι Πρόεδροι των Πειθαρχικών Συμβουλίων. Ασφαλώς θα τον μελετήσουν κι εκείνοι. Οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, αναμένουμε με ενδιαφέρον τα συμπεράσματα, τις επισημάνσεις, τις ενέργειές τους.
Πρόσφατα το “Εποπτικό Όργανο Δεοντολογίας” εξέδωσε δύο ενδιαφέρουσες ανακοινώσεις. Οφείλουμε όχι μόνο να μελετήσουμε το περιεχόμενό τους αλλά και να εφαρμόσουμε πιστά όλα όσα αναφέρονται σ’ αυτές.
Πριν ολοκληρώσω την ενημέρωση επαναλαμβάνω ότι η δημοσιοποίηση των καταλόγων δεν στιγματίζει κανέναν από τους συναδέλφους που εργάζονται σκληρά, τίμια, ευσυνείδητα και ότι τα απογραφικά αποτελούν καταστατική εσωτερική υπόθεση του σωματείου μας.
Όλοι μαζί έχουμε χρέος να συμβάλλουμε ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία της διαφάνειας, να ξεκαθαρίσουμε το χώρο μας.
Μπήκαμε σε μονόδρομο. Πρέπει να τραβήξουμε μπροστά!

facebook Share
Tweet Tweet
google plus Google+