ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 6/2007 ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Αποφάσεις Π.Σ.
image_pdfimage_print

Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της Ενώσεως Συντακτών ΗΕΑ, συνήλθε σήμερα Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007, στα επί της οδού Ακαδημίας 20 γραφεία του, υπό την προεδρεία της προέδρου Ελένης Τράϊου και με την παρουσία των τακτικών μελών Μιμής Τουφεξή, Μηνά Παπάζογλου, Γιάννη Κουτζουράδη, Γιώργου Δόγα, καθώς και της γραμματέως Μαρίας Χριστοφοράτου, προκειμένου να εξετάσει την έφεση του συν. Γιάννη Ντάσκα κατά της υπ’ αριθμ. 4/2007 απόφασης του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Η από 22.06.07 έφεση του εκκαλουμένου συν. Γ. Ντάσκα, εκρίθη από το ΔΠΣ τυπικά βάσιμη, ως νόμιμη και εμπρόθεσμη. Στη συνέχεια, το ΔΠΣ προχώρησε στην εξέταση της έφεσης κατ’ ουσίαν.

To ΠΠΣ είχε ασκήσει αυτεπάγγελτη πειθαρχική δίωξη κατά του εφεσιβάλλοντος συν. Γιάννη Ντάσκα, όσον αφορά δημοσιεύματα του περιοδικού «Πολιτικά Θέματα» του οποίου είναι διευθυντής. Ειδικότερα:
1. Στο τεύχος της 03.07.06 του περιοδικού «Πολιτικά Θέματα» και σε δημοσίευμα με τον τίτλο «Κλονίζεται ο νόμος στη Βέροια», γίνεται αναφορά στους πέντε ανήλικους, που χαρακτηρίζονται με τη φράση «μία μικρή και σκληρή συμμορία 5 αδίστακτων κακοποιών δολοφόνων».
2. Στο τεύχος της 10.07.06 του ίδιου περιοδικού σε δημοσίευμα με τίτλο «Αποστολή στη Βέροια» αναφέρεται: Από την «ειδική» εξέταση προέκυψε, ότι οι νεαροί είναι πολύ έξυπνοι, πολύ οργανωτικοί και πολύ αποφασισμένοι για το φρικτότερο έγκλημα.
3. Στο τεύχος της 17.07.06 του ίδιου περιοδικού και στη σελίδα 5 καταχωρείται σχόλιο για το δράμα στη Βέροια με την ακόλουθη αναφορά: «…δείχνουν το τεράστιο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τοπική κοινωνία από τη δράση των μικρών τεράτων, που ομολόγησαν φρικωδίες με προφανή συνεργασία με ενήλικες…».
Παράβαση του άρθρου 7, παρ. 1, εδ. α’ και θ’ του Καταστατικού και άρθρου 2, εδ. γ’ και δ’ του Κώδικα Αρχών της Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

Για την υπόθεση αυτή, το ΠΠΣ εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 4/2007 απόφασή του με την οποία έκρινε ομόφωνα πειθαρχικά ελεγκτέο τον εφεσιβάλλοντα και στον οποίο επέβαλε κατά πλειοψηφία ποινή προσωρινής διαγραφής 4 μηνών από τα μητρώα της ΕΣΗΕΑ. Ένα μέλος πρότεινε τη προσωρινή διαγραφή 6 μηνών, ενώ ένα άλλο μέλος πρότεινε τη προσωρινή διαγραφή 1 έτους από τα μητρώα της ΕΣΗΕΑ.

Ο εφεσιβάλλων συν. Γ. Ντάσκας στην έφεσή του (Αρ. Πρωτ. 2333/22.06.07) προς το ΔΠΣ τονίζει:
«Με την παρούσα ασκώ έφεση κατά της απόφασης του ΠΠΣ με την οποία μου επέβαλε ποινή διαγραφής 4 μηνών για δήθεν παραβίαση του Κώδικα Δεοντολογίας στην υπόθεση των ανήλικων που κατηγορούνται ότι δολοφόνησαν και στη συνέχεια εξαφάνισαν το σώμα του 11χρονου ’λεξ Μεσχισβίλι στη Βέροια.
Με υπόμνημα θα αναλύσω τους λόγους για τους οποίους η επιβληθείσα ποινή είναι παράνομη, καθώς επιβλήθηκε καταχρηστικά και αναιτιολόγητα αφού κανένα κώδικα καμιάς δεοντολογίας δεν παραβίασα, ούτε και παραπονέθηκε κανείς απολύτως στη συγκεκριμένη υπόθεση ότι παραβίασα σε βάρος του τον Κώδικα Δεοντολογίας με απλή αναφορά σε ανωνύμους ανηλίκους. ’λλωστε και οι ίδιοι οι ανήλικοι κατηγορούμενοι, όσο και η πόλη της Βέροιας και το πανελλήνιο είχαν κλονισθεί και συγκλονιστεί τόσο από την υπόθεση αυτή ώστε να μην υπολογίζουν ότι στην φρικωδία της αφαίρεσης ζωής μέσα από διήμερο (όπως υποστηρίζουν τουλάχιστον) μαρτυρικό θάνατο ενός 11χρονου, των παράλληλων και κάθετων αποκαλύψεων για κυκλώματα παιδεραστίας κλπ ενδιαφέρεται κανείς αν στάζει η ουρά του γαϊδάρου.
…’σκησα έφεση γιατί αισθάνομαι βαριές σκιές πίσω από κουρτίνες, τις οποίες προσπαθώ να τραβήξω στα πλαίσια της έρευνάς μου για κυκλώματα που δρουν στο παρα-δικαστικό παρα-φιλανθρωπικό και παρα-αστυνομικό χώρο».

Η έφεσή του συμπληρώθηκε με διευκρινίσεις του στις 18.07.07 ενώπιον του ΔΠΣ και υποστήριξε τα εξής:
«Αρνούμαι την κατηγορία και αναφέρομαι στο υπόμνημα το οποίο και σας καταθέτω. Μαζί με αυτό σας καταθέτω ακόμη: την από 19.10.06 κατάθεσή μου στον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή και από τις καταθέσεις θα εκτιμήσετε ότι τα νέα «συγκλονιστικά» στοιχεία ήταν μια τρύπα στο νερό της Μπαρμπούτας. Ενδεικτικά, για να εκτιμήσετε τις προθέσεις μου και να αξιολογήσετε την προσπάθειά μου σας καταθέτω ένα από τα πολλά τεύχη, στο οποίο ασχολήθηκα με τον ’λεξ. Αναφέρεται στην ευθύνη των αστυνομικών, την οποία τεκμηρίωσα με την κατάθεσή μου στον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή και η συνέπεια ήταν η άσκηση των ποινικών διώξεων κατά αστυνομικών.
Ερ.: Υπονοείτε ότι στην απόλυσή σας από τον τηλεοπτικό σταθμό εμπλέκονται συνάδελφοι, οι οποίοι είχαν συμμετοχή στο ίδιο ρεπορτάζ;
Απ.: Μοναδική αιτία της αιφνίδιας και με βάναυσο για την επαγγελματική μου προσωπικότητα τρόπο απόλυσής μου από τον “Alter” ήταν οι σταθερές μου θέσεις στην υπόθεση ’λεξ, και οι οποίες έρχονται σε αντίθεση ευθεία και απόλυτη με αυτές που εκφράζονται μέσα από τις εκπομπές της συν. Νικολούλη. Με την ίδια θέση άλλωστε προσφεύγω και στη δικαιοσύνη.
Ερ.: Στο «μακρύ χέρι των παρακρατικών-παραστυνομικών μηχανισμών» θεωρείτε ότι μετέχουν συνάδελφοί μας;
Απ.: Παραπλανημένοι ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ’λεξ, πιθανόν ναι. Δεν θα ήθελα να δεχθώ ότι ευσυνείδητα κάποιος συνάδελφος, αντί να επιβραβεύσει την προσπάθειά μου, προσπαθεί να την εμποδίσει».

Ο εφεσιβάλλων δεν πρότεινε μάρτυρες. Το ΔΠΣ κάλεσε αυτεπαγγέλτως μάρτυρες για την υπόθεση.

Ως πρώτη μάρτυρας κατέθεσε η συν. Αγγελική Νικολούλη:
«Ερ.: Είχες βραβευθεί για αυτή την έρευνα;
Απ.: Ναι, τρία βραβεία και τα δύο προέρχονται από επιτροπή φορέων, ανάμεσά τους και συνάδελφοι, εκπρόσωποι εφημερίδων και καναλιών. Έχω κάνει μια εξονυχιστική έρευνα από την πρώτη στιγμή της εξαφάνισης του παιδιού. Απευθύνθηκαν σε μένα η οικογένεια και ο Σύλλογος «Το χαμόγελο του παιδιού». Πήγα και στη Βέροια τρεις φορές και ερεύνησα και σε Ρωσία και Γερμανία. Πιστεύω ότι έχω μια σαφή εικόνα του τι έχει συμβεί. Για την υπόθεση αυτή κλήθηκα να καταθέσω τα στοιχεία μου και στον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή που την ερευνούσε.
Ερ.: Παρόλα αυτά στην έρευνά σου έχω ακούσει να τα αποκαλείς «διαβολάκια» και να τα δείχνεις και στην τηλεόραση. Πήρες συνέντευξη, τα εμφάνισε με σκιά και λέω εγώ ποια η διαφορά. Εκείνος (ο Ντάσκας) σε ένα περιοδικό χαμηλής κυκλοφορίας αποκάλεσε τα παιδιά συμμορία μικρών κακοποιών και εσύ, όπως είπαμε παραπάνω, τα εμφάνισες και τα αποκάλεσες «διαβολάκια»; Ποια η γνώμη σου; Θεωρείς ότι ο Ντάσκας όταν λέει-αποκαλεί «συμμορία μικρών κακοποιών» υπερέβη το νόμο; Δεν είσαι εσύ υπόλογη, αλλά τι θεωρείς (τους κανόνες δεοντολογίας;
Απ.: Δεν θα ήθελα να σας απαντήσω στο συγκεκριμένο ερώτημα για τους χαρακτηρισμούς του συναδέλφου. Ο καθένας κρίνεται για τη δουλειά που κάνει και από εσάς και από τον κόσμο, και από τα δικαστήρια, αν φτάσει εκεί. Μπορώ να σας πω όμως ότι εγώ προσωπικά δε συμφωνώ με τις θέσεις και τους χαρακτηρισμούς που έχει εκφράσει κατά καιρούς ο κ. Ντάσκας για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Συμμορίες έχει δει ακόμη και στους χώρους της αστυνομίας. Εάν ερωτήσετε τον ίδιο θα σας πει σίγουρα και εκείνος ότι δε συμφωνεί με τις δικές μου θέσεις και απόψεις σχετικά μ’ αυτή την έρευνα. Μπορώ να σας πω ότι μου έχει επιτεθεί και δημόσια. Αλλά σέβομαι το δικαίωμά του στην έρευνα, όπως σέβομαι και τον καθένα.
Ερ.: Από την έρευνά σας γνωρίζετε όσο ελάχιστοι έλληνες τη συγκεκριμένη υπόθεση. Θέλω τη γνώμη σας –και αυτό επειδή σχετίζεται με την απόφαση για τον συν. Ντάσκα- για το πώς λειτούργησαν οι θεσμοί στην υπόθεση ’λεξ, και επίσης θέλω τη γνώμη σας για το πώς λειτούργησε συνολικά η δημοσιογραφία στο θέμα αυτό.
Απ.: Το έχω πει επανειλημμένως ότι στην υπόθεση αυτή υπήρξαν υπερβολές από ένα σημείο και μετά όταν κατάλαβαν κάποιοι ότι πουλάει. Ξεφύγαμε από την ουσία και πολλοί δε δίστασαν να μπουν ακόμα και στα χωράφια της δικαιοσύνης. Και ακόμη και σήμερα που αναμένεται η δίκη συνεχίζεται το εμπόριο της υπόθεσης. Ότι βοήθησαν δημοσιογράφοι, βοήθησαν στο ξεκίνημα της ιστορίας αυτής. Πιστεύω ότι και η εκπομπή μας ερεύνησε μεθοδικά και σωστά για να βρεθεί μια άκρη. Δεν περάσαμε όμως τη διαχωριστική γραμμή που πρέπει όλοι να έχουμε σε τέτοιες σοβαρές υποθέσεις».

Ως δεύτερη μάρτυρας κατέθεσε η κα. Χριστίνα Αντωνοπούλου, καθηγήτρια ψυχολογίας:
«Πιστεύω ότι υπήρχαν γενναίοι δημοσιογράφοι σ’ αυτή την υπόθεση γιατί όταν θα πεις την αλήθεια έχει κόστος. Εγώ προσωπικά έχασα τη θέση μου στην αστυνομία, που δίδασκα 22 χρόνια στους αξιωματικούς της για θέματα που αφορούν εξαφανίσεις παιδιών, ενδοοικογενειακή βία, εμπόριο οργάνων, cybersex και όλα τα θέματα που αφορούν τη ζωή μας. Έχασα τη θέση μου εξαιτίας της υπόθεσης της Βέροιας έχω 5 μηνύσεις και αγωγές για αποζημίωση που ξεπερνά το 1 εκατομμύριο ευρώ και αυτό γιατί θέλησα να πω την αλήθεια. Ο κ. Ντάσκας για μένα προσωπικά είναι ένας γενναίος δημοσιογράφος με ηθικά στοιχεία και προδιαγραφές, ο οποίος μέσα από επιτόπιες έρευνες προσπάθησε να βοηθήσει στην εξιχνίαση της αλήθειας. Η Νατέλα του είχε και του έχει απόλυτη εμπιστοσύνη, όπως και ο δικηγόρος ο κ. Ιερόπουλος του ζητούσαν πολλές φορές και του ανέθεταν έρευνες και εντός και εκτός Ελλάδας για να συμβάλλει στη συλλογή στοιχείων που θα έδιναν την πραγματική διάσταση της εξαφάνισης του ’λεξ.
Το να αποκαλεί τα παιδιά γενικά «συμμορία» χωρίς να αναφέρεται σε ονόματα ή να παίρνει συνέντευξη ή να σκιαγραφήσει την καταγωγή τους, περιέγραψε με τη λέξη «συμμορία» αυτά που ο κάθε ένας από μας κατανοεί για παραβατικές συμπεριφορές των παιδιών, έτσι όπως είχαν καταγραφεί επίσημα και διατυπωθεί τόσο από την αστυνομία όσο και από τις επίσημες καταθέσεις των γονιών των παιδιών, αλλά και των δασκάλων του σχολείου που παρακολουθούσαν ότι τα παιδιά αυτά έκλεβαν, λεηλατούσαν, χτυπούσαν και ότι ήταν μπλεγμένα σε παιδεραστικές και άλλες συμπεριφορές, αυτά από επίσημα στοιχεία, μάλιστα δυο από τις μητέρες των παιδιών έχουν καταθέσει για τα δύο από πέντε παιδιά ότι είχαν σεξουαλικές σχέσεις και επαφές με ενήλικα, το ένα με έναν 65χρονο και το άλλο με ένα αγόρι του γυμνασίου. Επομένως, η περιγραφή της συμμορίας ως συμμορία είναι μια κοινωνιολογική ανάλυση, διάσταση, που ο απλός άνθρωπος κατανοεί παραβατικές συμπεριφορές. Επομένως, δεν είναι στίγμα, προσβολή. ’λλωστε και εγώ σε επιστημονικά μου συγγράμματα αναφέρομαι σε συμμορίες παιδιών, ως ένας επιστημονικά κατανοητός/αποδεκτός όρος. Είναι σημαντικό ο δημοσιογράφος να μπορεί να πει τις αλήθειες έστω κι αν αυτό έχει κόστος γιατί έτσι μια κοινωνία μπορεί να στηρίζεται και να διαιωνίζει τις αξίες της και ευτυχώς στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί δημοσιογράφοι που στηρίζουν αυτές τις αρχές και διαμορφώνουν κοινωνικές αντιλήψεις και είμαι περήφανη που ένας από αυτούς που έχω την τιμή να μιλώ σήμερα είναι ο κ. Ντάσκας.
Η αστυνομία υποστηρίζει ότι τα παιδιά είναι οι εγκληματίες, κάτι που ο κ. Ντάσκας έχει αμφισβητήσει το ρόλο της αστυνομίας σε αυτή την υπόθεση, τις ελλιπείς συνεντεύξεις και καταθέσεις και ομολογίες τους έχει ζητήσει –και ήμουνα παρούσα σε μια τέτοια συνάντηση με την αστυνομία της Βέροιας- να πουν την αλήθεια για την υπόθεση του ’λεξ. Η αλήθεια του που βρίσκεται ο ’λεξ βρίσκεται μέσα στην αστυνομία.
Ερ.: Τι θέλει να καλύψει η αστυνομία;
Απ.: Η αστυνομία γνωρίζει και θέλει πρώτον να καλύψει τις δικές της αμαρτωλές δραστηριότητες γιατί υπάρχουν πρόσωπα μέσα στην αστυνομία της Βέροιας, που εμπλέκονται σε δραστηριότητες που αφορούν ναρκωτικά, trafficking, μαστροπίες, πορνογραφικό υλικό κ.ά. Το γεγονός ότι εναντιώθηκε ο κ. Ντάσκας στην αστυνομία άγγιξε την καρδιά της υπόθεσης. Η προσπάθεια συγκάλυψης των αστυνομικών αρχών, αλλά και των ατόμων υπεράνω υποψίας, λειτουργεί με εξουσιαστικούς μηχανισμούς και υπόγειες διαδρομές γιατί είναι οργανωμένο κύκλωμα. Και το οργανωμένο κύκλωμα έχει τους ανθρώπους του σε όλους τους κοινωνικούς χώρους, επιστημονικούς, πολιτικούς και στους φορείς. Τα χρήματα που έχουν διατεθεί για την υπόθεση του ’λεξ είναι πολλά και έτσι εξαγοράζονται συνειδήσεις αλλά και παράλληλα ασκείται πίεση και εκφοβισμός στα παιδιά-θύματα και τις οικογένειές τους. Εγώ στο βιβλίο μου γράφω ότι ευχαριστώ τον κ. Ντάσκα γιατί έφερε συστηματικά και αδιάλειπτα όλο αυτό το χρονικό διάστημα στο φως πολύτιμα ανέκδοτα στοιχεία για το ρόλο της αστυνομίας και τις χαρακτηριστικές παραλείψεις της. Για αυτές του τις αλήθειες διώχθηκε και από το κανάλι Αlter, που ήταν οι απόψεις τους αντιδιαμετρικά αντίθετες με αυτές της δημοσιογράφου Αγγελικής Νικολούλη, η οποία είχε εργολαβικά αναλάβει τη συσκότιση και την παραπλάνηση του τηλεοπτικού κοινού.
Ερ.: Τα παιδιά αυτά σύμφωνα με την έρευνά σας και την άποψή σας έχουν συμμετάσχει σε οποιαδήποτε πτυχή της ιστορίας;
Απ.: Τα παιδιά αυτά έχουν εκπαιδευτεί να λένε ένα σενάριο, της τρικλοποδιάς και της Μπαρμπούτας, ότι δηλαδή στην τρικλοποδιά ο ’λεξ χτύπησε και μετά από 2 ημέρες τον μετέφεραν στο ποτάμι, την περιοχή της Μπαρμπούτας. Αυτά όλα είναι σενάριο. Η συμμετοχή των παιδιών στην υπόθεση του ’λεξ έχει να κάνει μόνο με το γεγονός ότι κάποια από αυτά τα παιδιά ήταν αυτόπτες μάρτυρες της απαγωγής του ’λεξ. Το γεγονός ότι στην αρχή κατέθεταν σύμφωνα με το σενάριο που έφτιαξε η αστυνομία και οι όποιοι «τρίτοι», είναι αποτέλεσμα του εκφοβισμού, της εκμετάλλευσης των παιδιών και των οικογενειών τους από πλευράς των ισχυρών ατόμων και της αστυνομίας.
Ερ.: Με βάση αυτά που είπατε τότε ο χαρακτηρισμός τους ως «μια μικρή και σκληρή συμμορία πέντε αδίστακτων κακοποιών δολοφόνων αποφασισμένη και για το φρικτότερο έγκλημα», σύμφωνα με την απόφαση του ΠΠΣ δεν έρχεται σε αντίφαση με αυτά που μας είπατε με τα παιδιά;
Απ.: Ο κ. Ντάσκας από την αρχή από τις έρευνες που έκανε είχε διαπιστώσει ότι εδώ γίνεται μεγάλη προσπάθεια συγκάλυψης και ότι τα παιδιά έχουν άλλη συμμετοχή και όχι ότι είναι δολοφόνοι. Από αυτά που γνωρίζω και που έχω διαβάσει, πάντα έβαζε ερωτηματικά στα κείμενά του και ειρωνικά χρησιμοποιούσε τους όρους που οι άλλοι προσπαθούσαν να διαμορφώσουν για τα παιδιά, χρησιμοποιώντας τους δικούς τους όρους και περιγραφές και πάντα με ερωτηματικό. Ερωτηματικό από την άποψη ότι δεν το πιστεύει. Αν δημοσιοποίησε αυτές τις φράσεις, δεν έκανε τίποτα διαφορετικό από το να επαναλάβει αυτά που έλεγαν οι συνάδελφοι και μάλιστα με πιο σκληρό τρόπο στην τηλεόραση απ’ ότι στον γραπτό λόγο.
Ερ.: Πώς πιστεύετε ότι θα κλείσει η υπόθεση;
Απ.: Πιστεύω ότι θα γίνει το δικαστήριο και θα κλείσει με την προσπάθεια να καταδικαστούν τα παιδιά ως ένοχοι και αδίστακτοι εγκληματίες και ως άλλη Ιφιγένεια θα θυσιαστούν για να καλύψουν τους ισχυρούς τρίτους».

Ως τρίτος μάρτυρας προσήλθε στο ΔΠΣ ο κ. Δημήτρης Βερβεσός, Γενικός Γραμματέας του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ). Ο κ. Βερβεσός κατέθεσε:
«Η άποψή μου είναι ότι η έκφραση η επίμαχη στο περιοδικό «Πολιτικά Θέματα» κινείται στα όρια της δεοντολογίας και θεωρώ ότι η ένταση των εκφράσεων δικαιολογείται, λόγω του έντονου ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης για την επίμαχη περίπτωση και της έντονης ευαισθησίας που αναπτύσσεται γύρω από θέματα παραβατικότητας ανηλίκων σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η δημοσιογραφία ασκείται με έναν ευρύτερο χαρακτήρα απ’ ότι η δικαστική, ενόψει των δυσμενών συνθηκών της απονομής δικαιοσύνης στην πατρίδα μας. Θεωρώ ότι ο κ. Ντάσκας για να φτάσει να πει αυτά τα οποία είπε και έγραψε θα είχε στοιχεία από το ρεπορτάζ, τα οποία τον οδήγησαν στην αναγραφή της συγκεκριμένης φράσης. Τα θέματα της παραβατικότητας ανηλίκων απαιτούν ναι μεν ευαισθησία, λόγω της ευαίσθητης ηλικίας των εμπλεκομένων προσώπων, αλλά και μια πιο αυστηρή αντιμετώπιση απ’ την μεριά της κοινωνίας και της συντεταγμένης πολιτείας. Θέλω να πιστεύω ότι ο συνάδελφος εκινήθη από διάθεση έντονης κριτικής απέναντι στο φαινόμενο που είχε να αντιμετωπίσει το ρεπορτάζ, ο έλεγχος της υπέρβασης της οποίας θα κριθεί φαντάζομαι από το Συμβούλιό σας και ουχί από εμέ. Η προσωπική μου γνώμη θεωρεί ότι ενόψει των δεδομένων συνθηκών της συγκεκριμένης υποθέσεως και υπό την προϋπόθεση ότι υπήρχαν αδιάσειστα στοιχεία του ρεπορτάζ στα χέρια του συναδέλφου σας και δικού μου, τα οποία τον οδήγησαν να χρησιμοποιήσει αυτές τις έντονες, οξείες φραστικές λέξεις για το στιγματισμό παραβατικότητας ανηλίκων στη συγκεκριμένη υπόθεση. Υποκειμενικά δεν μπορώ να αξιολογήσω τα όρια της δεοντολογίας, ει μη μόνον να ζητήσω να αξιολογηθεί ο συνάδελφός σας-μου, να κριθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή επιείκεια.
Ερ.: Ο χαρακτηρισμός ανηλίκων –έστω και παραβατικών- ως «αδίστακτων κακοποιών, δολοφόνων, αποφασισμένων και για το φρικτότερο έγκλημα», δεν είναι υπερβολή και ενδεχομένως δεν μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση προσπάθεια επηρεασμού της δικαιοσύνης, αφού ακόμα και τη στιγμή εκείνη της δημοσιοποίησης δεν είχαν αποδοθεί κατηγορίες στους νεαρούς;
Απ.: Η δικαιοσύνη δεν επηρεάζεται και δεν επιτρέπεται να επηρεάζεται από δημοσιεύματα. Ότι οι εκφράσεις είναι οξείες και έντονες είναι σαφές. Θεωρώ ότι ο δημοσιογράφος πρέπει να λέει την γνώμη του ελεύθερα, εφόσον αυτή στηρίζεται σε συγκεκριμένα, πραγματικά στοιχεία, που έχει συλλέξει από το ρεπορτάζ κι όχι κακόβουλα με σκοπό να πληγώσει συνειδήσεις, χαρακτήρες και να σπιλώσει πρόσωπα. Θέλω να πιστεύω ότι ο κ. Ντάσκας για να φτάσει να γράψει αυτά που έγραψε θα είχε συγκεκριμένα στοιχεία στα χέρια του, πράγμα που μπορώ να το συνάγω μόνο εμμέσως από το γεγονός ότι δεν έχουν καταφερθεί σε βάρος του οι από το δημοσίευμα εικονιζόμενοι και από τη γνώση του που έχω μέχρι σήμερα αποκομίσει. Παρά ταύτα παραμένει ένα ζήτημα εναλλακτικής έκφρασης απ’ την εντέλει επιλεγείσα. Πάντως, είμαι πεπεισμένος διαισθητικώς και όχι με πραγματικά στοιχεία, ο γράφων κατηγορούμενος ενώπιόν σας είχε πλήρη εικόνα για τα όσα έγραφε και το έγραψε με σκοπό να την εκφράσει προς τα έξω και ουχί χωρίς στοιχεία ή με διάθεση προσβολής προσωπικότητας τρίτων. Τη στάθμευση του ορίου του μέτρου των εκφράσεων θα επιθυμούσα να το κάνει το Συμβούλιό σας και όχι εγώ.
Ερ.: Πώς θα περιγράφατε την έννοια της μαχητικής δημοσιογραφίας και μάλιστα στην αρθρογραφία; Θα εντάσσατε τον εγκαλούμενο στους μαχητικούς δημοσιογράφους;
Απ.: Η μαχητική δημοσιογραφία στην αιώνια πορεία του λόγου και του αντιλόγου, θέλω να πιστεύω ότι τα όριά της πρέπει να περιορίζονται από την ύπαρξη διασταυρωμένων στοιχείων στο δημοσιογράφο σε συνδυασμό με τη δυνατότητα επιλογής φράσεων και λέξεων που αναδεικνύουν την έντονη και οξεία έστω κριτική του και ουχί την διάθεση ονειδισμού, σπίλωσης και καταρράκωσης του ανθρώπου. Ανήκει στη μαχητική δημοσιογραφία υπερχειλούς προσωπικότητας ο κ. Ντάσκας.
Ερ.: Το δημοσίευμα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αγωγής από τη μεριά των προσβαλλομένων;
Απ.: Μπορεί να γίνει αντικείμενο αγωγής. Με προβληματίζει όμως το γεγονός ότι δεν είναι αντικείμενο δίκης μέχρι σήμερα».

Στις 06.12.07 απολογήθηκε στο ΔΠΣ ο εφεσιβάλλων συν. Γιάννης Ντάσκας:
«…Επί τριάντα χρόνια διακόνησα τη δημοσιογραφία μέσα από εξαιρετικά δύσκολες εποχές και υποθέσεις, όπως π.χ. η περίοδος και οι υποθέσεις τρομοκρατικής δράσης, η υπόθεση και η περίοδος Κοσκωτά. Αναμίχθηκα με έντονο και μαχητικό τρόπο σ’αυτές, αναφερόμενος σε ονόματα, σε ομάδες προσώπων, σε πολιτικούς, σε κοινωνικώς προβεβλημένα στελέχη σε επιχειρηματίες και σε δημοσιογράφους, χωρίς να κατηγορηθώ ποτέ ότι παραβίασα έστω και στο ελάχιστο κάποιον κανόνα δεοντολογίας. Μου έμελλε να κατηγορηθώ όταν άσπρισαν τα μαλλιά μου, αλλά να μου επιτρέψετε να πω ότι θεωρώ εξαιρετικά τιμητικό το λόγο για τον οποίο βρίσκομαι ενώπιόν σας. Είναι τιμητικός διότι αφορά την πολύ απλή, αλλά και πολύ σοβαρή και σκοτεινή υπόθεση της εξαφάνισης ενός 11χρονου σε μια επαρχιακή πόλη, στην οποία μάλιστα σταδιοδρόμησε πολιτικά και πρώην Υπουργός Δημόσιας Τάξης.
Από τη δημοσιογραφική μου έρευνα παραπέμφθηκαν στη Δικαιοσύνη πέντε κορυφαίοι στο βαθμό αστυνομικοί, με την κατηγορία ότι παρέβησαν το καθήκον τους και δεν έκαναν όσα έπρεπε για να ανακαλύψουν τους ενόχους. Κατά τη δημοσιογραφική μου έρευνα προέκυψε ότι η τοπική αστυνομία είχε επιτρέψει να σχηματιστεί και να δρα ως συμμορία μια ομάδα ανηλίκων, η οποία κατά πρωτοφανή παγκοσμίως τρόπο εμφανίζεται αδίστακτη, ακόμα και στο να αναλάβει ευθύνη όχι μόνο δολοφονίας, αλλά και άγριου προθανάτιου βασανισμού του χαμένου ’λεξ. Ακριβώς με αυτές τις κατηγορίες παραπέμπονται σήμερα από τη Δικαιοσύνη. Είναι τραγικά οξύμωρο να μην διαμαρτύρονται εκείνοι για την παραπομπή τους και να θεωρώ εγώ ότι δεν είναι εκείνοι, οι οποίοι τελικά ολοκλήρωσαν ένα τόσο άγριο έγκλημα, παρότι από τα έγγραφα στοιχεία φαίνονται να έχουν κρίσιμο ρόλο στην έναρξη του εγκλήματος αυτού, αλλά και στην τελική συγκάλυψη. Θεωρώ ότι είναι ακραία αδίστακτος κάποιος άνθρωπος, όχι μόνον όταν ολοκληρώνει ο ίδιος ένα τέτοιο έγκλημα αλλά και όταν το συγκαλύπτει, αναλαμβάνοντας ευθύνες στον άγριο θάνατο, παρότι δεν επιβεβαιώνονται από πουθενά, είναι όμως ισχυρότατο ανάχωμα στην αποκάλυψη των δραστών που ολοκλήρωσαν το έγκλημα και παραμένουν και σήμερα στο σκοτάδι. Αυτά τα στοιχεία που στηρίζουν την άποψή μου αυτή προέκυψαν από τη δημοσιογραφική μου έρευνα και τα υποστήριξα και δημόσια, καθώς πιστεύω ότι ανήκω στους συναδέλφους εκείνους που καταβάλλουν προσπάθειες στον τομέα της μαχόμενης και ερευνητικής δημοσιογραφίας. Θεωρώ ότι η δημοσιογραφία υπηρετεί τις βασικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το κοινωνικό μας σύνολο και αυτές τις αρχές προσπάθησα και προσπαθώ και εγώ να υπηρετήσω και στην υπόθεση ’λεξ. Σας καταθέτω αγωγή μου εναντίον της επιχείρησης, που έχει την εκμετάλλευση του σταθμού Alter, με απλή ανάγνωσή της θα κατανοήσετε τις θέσεις και τις προθέσεις μου. Και πιστεύω ότι θα διαπιστώσετε ότι τουλάχιστον είμαι συνεπής στις αρχές μου και να μην χρηματίζομαι και να μην διστάζω να υπηρετήσω αυτό που πιστεύω ηθικό και αληθινό, ανεξάρτητα από το προσωπικό κόστος. Από το σταθμό αυτό παραιτήθηκα το 2002, καταγγέλλοντας απόπειρα χρηματισμού μου από τότε στελέχη του και απολύθηκα και τώρα για τους λόγους που θα δείτε αναλυτικότερα στην αγωγή μου, αλλά και που επιγραμματικά σας λέω ότι σχετίζονται με την υπόθεση ’λεξ. Κατά την έρευνά μου και στη Βέροια συνάντησα και διασταύρωσα στοιχεία και με τους δικηγόρους των κατηγορουμένων. Ακόμα και η πλευρά των κατηγορουμένων, παρά την οξύτατη κριτική που άσκησα σε βάρος της για τη στάση της στην υπόθεση αυτή δεν μου διατύπωσε ποτέ την ελάχιστη διαμαρτυρία της. Ούτε για την ουσία της υπόθεσης ούτε για τη δεοντολογία, την οποία όπως πιστεύω ακράδαντα υπηρέτησα σωστά.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα σας αναφέρω τα εξής: κινούμενος στον κεντρικό δρόμο της Βέροιας, την οδό Μητροπόλεως, βρέθηκα μπροστά σε δύο άτομα, που συνομιλούσαν. Ήταν η ορισθείσα ψυχολόγος της οικογένειας του θύματος καθηγήτρια Χριστίνα Αντωνοπούλου και ο βασικότερος από τα πέντε κατηγορούμενα ανήλικα. Παρότι η κα. Αντωνοπούλου με κάλεσε να λάβω μέρος στη συζήτηση, απομακρύνθηκα αμέσως για να μην είμαι μπροστά σε ό,τι θα πει ένα ανήλικο άτομο με ανεπίσημο χαρακτήρα και το οποίο ίσως για μένα θα ήταν μια τεράστια δημοσιογραφική επιτυχία, αλλά για το ανήλικο μια παγίδα, από την οποία δε θα μπορούσε να προστατευθεί. Σας το λέω αυτό για να διαπιστώσετε ότι τήρησα και σε βάρος της προσωπικής μου φήμης ή ακόμα και της επαγγελματικής μου επιτυχίας, αρχές και κανόνες δεοντολογίας, που θεωρώ ότι προσβάλλονται βάναυσα όταν ένας δημοσιογράφος καταγράφει συνομιλίες του με ανήλικα, χωρίς την παρουσία και την άδεια νομίμων αρχών. Είναι άλλο πράγμα να στηλιτεύει κανείς ανωνύμως τη δράση συμμοριών ανηλίκων, που δημιουργούν κοινωνικό πρόβλημα, και άλλο πράγμα να συνομιλεί κανείς εν είδη συνεντεύξεως με ανήλικα, διότι ο κίνδυνος να τα παγιδεύσει σε παραδοχές εγκλημάτων ή να τα απαλλάξει από υπαρκτές ευθύνες είναι τεράστιος. Τέτοιο πράγμα εγώ δεν έκανα ποτέ και πιστεύω ότι γι’ αυτή τη στάση μου δεν διαμαρτυρήθηκαν ποτέ οι κατηγορούμενοι, παρά την οξεία κριτική, την οποία σας προανέφερα.
Τελειώνοντας, σας επαναλαμβάνω ότι θεωρώ απόλυτο καθήκον μου την δημοσιογραφική έρευνα για να φωτιστεί αυτή η σκοτεινή υπόθεση, καθώς είμαι βέβαιος ότι ως τώρα παραμένει στο σκοτάδι. Για να αντιληφθείτε τη θέση μου σας θέτω μπροστά στο εξής υπαρκτό ρητορικό ερώτημα ή δίλημμα: «Τα παιδιά παραπέμπονται σήμερα με την κατηγορία ότι σκότωσαν τον ’λεξ με χτύπημα στο κεφάλι, το οποίο ήταν θανατηφόρο και προκλήθηκε κατά την πτώση από μεγάλο ύψος. Εάν μετά τρία χρόνια από σήμερα εμφανιστεί ο ’λεξ ζωντανός ή το πτώμα του με το κεφάλι (κρανίο) εντελώς άθικτο, ποια θα είναι η θέση μας;» Να μου επιτρέψετε να σας θέσω αυτό το δίλημμα, διότι ως σήμερα δεν υπάρχει ούτε μια, απολύτως μία απόδειξη όχι μόνο περί του τρόπου θανάτου, αλλά ούτε καν του θανάτου του ’λεξ…
Ερ.: Πιστεύετε ότι στην υπόθεση αυτή εμπλέκονται πολιτικά, οικονομικά και άλλα συμφέροντα που συγκαλύπτει η τοπική αστυνομία της Βέροιας;
Απ.: Ακράδαντα.
Ερ.: Η υπόθεση αυτή, κατά τη γνώμη σας, και μετά την ενδελεχή έρευνα που κάνατε υποκρύπτει φαινόμενα παιδεραστίας, trafficking, αλλά ακόμη και εμπορίας οργάνων;
Απ.: Οι δύο πρώτες περιπτώσεις αποδεικνύονται άμεσα και με μια απλή ανάγνωση της δικογραφίας, που έχει σχηματιστεί παρότι είναι φανερή προσπάθεια που έχει καταβληθεί για συγκάλυψη. Ενδείξεις εμπορίας οργάνων στη συγκεκριμένη δικογραφία δεν υπήρξαν, αλλά προέκυψαν από τη δική μου έρευνα, και πιστεύω ότι θα προέκυπταν και στη δικογραφία αν είχε γίνει σωστότερη έρευνα.
Ερ.: Θεωρείς, ωστόσο, ότι υπερέβαλες χαρακτηρίζοντας στο περιοδικό «Πολιτικά Θέματα», το οποίο διευθύνεις, τους ανήλικους ως μια «μικρή συμμορία πέντε αδίστακτων κακοποιών δολοφόνων», «αποφασισμένοι και για το φρικτότερο έγκλημα»; Και γιατί το έκανες αυτό;
Απ.: Είναι οξεία μεν έκφραση αλλά θέλω να πιστεύω απολύτως δικαιολογημένη, και όπως εξηγώ και πιο πριν στηρίζεται στο ότι τα παιδιά αυτά εμφανίζονται αδίστακτα στο να αναλάβουν την ευθύνη διάπραξης ενός φρικώδους εγκλήματος, το οποίο περιελάμβανε και προθανάτιο βασανισμό του θύματος με εγκατάλειψη του τραυματισμένου σε ένα ακατοίκητο ερείπιο με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν. Αυτή η έλλειψη δισταγμού θεωρώ ότι πρέπει να στηλιτεύεται και είναι θεμιτός ο τρόπος και σκοπός της προστασίας του κοινωνικού συνόλου όταν δεν κατονομάζονται και δεν πλήττονται σε προσωπικό επίπεδο, δεδομένου ότι είναι ανήλικοι.
Ερ.: Σκεφτήκατε κάποια στιγμή να αυτολογοκριθείτε, σκεπτόμενος ότι υπερβαίνετε ακόμη και το νόμο, όχι μόνο το Καταστατικό;
Απ.: Το έπραξα ήδη αυτό που λέτε και γι’ αυτό σας ανέφερα και το σχετικό περιστατικό της τυχαίας συνάντησής μου, με έναν από τους φερόμενους ως δράστες. Όταν διαβάσει κανείς τη δικογραφία είναι ανθρωπίνως αδύνατο να μην οργιστεί, τόσο από τη δράση που αναφέρεται όσο και από την προσπάθεια συγκάλυψης αυτής της δράσης, η οποία πλήττει το κοινωνικό σύνολο. Στην προστασία του κοινωνικού συνόλου απέβλεψα και πιστεύω απόλυτα ότι δεν υπερέβην το αναγκαίο μέτρο στις εκφράσεις μου…».

• Το ΔΠΣ αφού έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις, την απολογία του εφεσιβάλλοντος και όλα τα στοιχεία του φακέλου, αποφαίνεται ως ακολούθως:

Οι αναφορές και οι χαρακτηρισμοί του συν. Ντάσκα παραβιάζουν πράγματι την δημοσιογραφική δεοντολογία. Είναι όμως απότοκο ενός νοσηρού κλίματος και κοινωνικής αγανάκτησης για την εξαφάνιση του ανήλικου ’λεξ, που προφανώς οδήγησε σε υπερβολές τον εφεσιβάλλοντα συνάδελφο σχετικά με τον ρόλο των εμπλεκόμενων ανηλίκων. Και επιπλέον από την αδυναμία των διωκτικών αρχών να οδηγήσουν στην διαλεύκανση της υπόθεσης που μέχρι και σήμερα καλύπτεται από σκότος. Όμως, το ελαφρυντικό αυτό δεν αίρει την παραβατικότητα της συμπεριφορά του εγκαλούμενου συναδέλφου.

Ως εκ τούτου, το ΔΠΣ κρίνει με ψήφους 3 έναντι 2 τον συν. Γιάννη Ντάσκα πειθαρχικά ελεγκτέο, κατά το κατηγορητήριο.

Ως προς την ποινή, με ψήφους 3 έναντι 2 επιβάλλει την ποινή την επίπληξης με ανάρτηση της απόφασης στους χώρους εργασίας. Ένα μέλος πρότεινε τη διατήρηση της πρωτόδικης ποινής, ενώ άλλο μέλος πρότεινε τη προσωρινή διαγραφή ενός μηνός.
Η απόφαση καθαρογράφηκε την Πέμπτη, 31.01.08.

Η πρόεδρος                            Η γραμματέας

 

Ελένη Τράϊου                   Μαρία Χριστοφοράτου

facebook Share
Tweet Tweet
google plus Google+